ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: ΜΙΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

(ΣΗΜΕΙΩΣΗ);

Τα θέματα που επανέρχονται συχνά στα βιβλία του Τόμας Μπέρνχαρντ είναι η μοναξιά, ο θάνατος, τα γηρατειά, η αρρώστια, η παραφροσύνη, η υποκρισία στους χώρους της κοινωνίας, της πολιτικής και της τέχνης, η οικογένεια - φρενοκομείο, η απελπισία. Δύο άλλα θέματα που τον απασχόλησαν επανειλημμένα είναι ο γερμανικός φασισμός όπως διαμορφώθηκε μέσα από την προσωπικότητα και τις θεωρίες του Αδόλφου Χίτλερ, καθώς και τα κακώς κείμενα στην πατρίδα του την Αυστρία που αποκαλούσε «πολιτιστικό και πνευματικό βόθρο» ή «μουσείο καθολικο - εθνικοσοσιαλιστικής τέχνης». Ο ακραίος αυτός συγγραφέας, που κυριολεκτικά δεσπόζει στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα στον γερμανόφωνο χώρο, δεν έπαψε να προκαλεί με τα έργα του και τις δηλώσεις του την αυστριακή ηγεσία, τους ανθρώπους του κατεστημένου και γενικά τους συμπατριώτες του που συχνότατα αποκαλούσε «ηλίθιους καθυστερημένους μικροαστούς, που δεν έχουν τίποτα να πουν». Ωστόσο τιμήθηκε όσο κανείς άλλος με όλα τα βραβεία που δίνονται σε λογοτέχνες, και αναρωτιέμαι αν γινόταν το ίδιο στην Ελλάδα με έναν Έλληνα συγγραφέα που θα έβριζε στολίζοντάς τον με τα χειρότερα επίθετα σύσσωμο τον ελληνικό λαό.

Η σχέση μου μ' αυτόν τον συγγραφέα ήταν από την αρχή προβληματική και γεμάτη αντιφάσεις. Ο Μπέρνχαρντ μισούσε τη γερμανική γλώσσα, για την οποία έλεγε πως  ήταν «επιτηδευμένη, αδέξια, φρικτή, μια γλώσσα φοβερή, που σκοτώνει ό,τι είναι ελαφρύ και υπέροχο». Εγώ, αντίθετα, θαυμάζω απεριόριστα τη γλώσσα του Χαίλντερλιν, του Ρίλκε και του Τσέλαν, του Μούζιλ και του Κλάιστ, για τη μουσικότητα, την ακρίβεια, το βάθος, τον απίστευτο πλούτο της και τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρει για τη δημιουργία νέων λέξεων. Σε καμιά άλλη σύγχρονη γλώσσα δεν μπορείς να αποδώσεις τόσο εύστοχα και καίρια βαθύτατες έννοιες και λεπτότατες αποχρώσεις της σκέψης όσο στη γερμανική, μια γλώσσα δυσφημισμένη από τους ναζί, στην οποία όμως έγραψαν φιλόσοφοι όπως ο Χέγκελ, ο Καντ, ο Νίτσε, ο Μαρξ, ο Βίτγκενσταϊν. Ας μη ξεχνάμε πως όλα τα μεγάλα μουσικά έργα από τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Σούμπερτ, ώς τον Μάλερ  και τον Σαίνμπεργκ έχουν ως βάση τους αυτή τη γλώσσα.

Εκείνο όμως που με ενοχλούσε περισσότερο, ήταν πως αυτός ο πολυγραφότατος συγγραφέας που πέθανε στα πενήντα οκτώ του χρόνια αφήνοντας ένα ογκώδες έργο, δεν αφιέρωσε ούτε μία σελίδα στην αγάπη, στον έρωτα. Όταν μία δημοσιογράφος τον ρώτησε γιατί δεν γράφει ποτέ για την αγάπη, εκείνος απάντησε, πως «όταν γράφουμε για την αγάπη, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να την ευτελίζουμε». Χρησιμοποίησε μάλιστα το ρήμα «verkitschen», που σημαίνει «κάνω κάτι να φαίνεται kitsch». Αυτή την απάντηση τη βρήκα ανεπαρκή και ανεδαφική, μια και μέγιστοι συγγραφείς όπως ο Ευριπίδης, ο Σαίξπηρ, ο Θερβάντες, ο Γκαίτε, ο Προυστ, ο Τσέχωφ, ο Τόμας Μαν και αμέτρητοι άλλοι έγραψαν για την αγάπη χωρίς να την ευτελίσουν.

Ωστόσο είναι αδύνατον να γλιτώσω από τον Μπέρνχαρντ, γιατί η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συνδέομαι συν τω χρόνω όλο και στενότερα με την προσωπικότητα και το έργο του, πράγμα που με ανάγκασε να συμφιλιωθώ μαζί του, προσεγγίζοντας με μεγαλύτερη νηφαλιότητα τα γραπτά του.

Όταν το 1987 δέχτηκα να μεταφράσω το Μπετόν, ένα δύσκολο και κουραστικό βιβλίο, το έκανα για να ευχαριστήσω την Χανελόρε Οξ, την εκδότρια του περιοδικού «Ausblicke», με την οποία είχα συνεργαστεί παλαιότερα και η οποία είχε αφιερωθεί τα τελευταία χρόνια στον αναχωρητή του Όλσντορφ ψυχή τε και σώματι. Στο Μπετόν ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας του δράματος ενός διανοούμενου, που ενώ καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες, δεν κατορθώνει να γράψει μια μελέτη για τον αγαπημένο του συνθέτη, τον Φέλιξ Μέντελσον Μπαρτόλντυ. Αντ' αυτού, περιορίζεται στον παθητικό ρόλο ενός μεμψίμοιρου, υποχόνδριου ανθρώπου, που στο τέλος του βιβλίου έρχεται αντιμέτωπος με μια φοβερή τραγωδία. Πρόκειται για την μπανάλ ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού από τη Βαυαρία, που ύστερα από πολλές ατυχίες και σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια που συναντά στην προσπάθειά του να στήσει μια επιχείρηση, έρχεται για διακοπές στη Μαγιόρκα. Εκείνος πέφτει από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου επάνω στο μπετόν, όπου τον βρίσκουν νεκρό, κι εκείνη αυτοκτονεί. Αυτό το παραληρηματικό κείμενο με τις μεγάλες προτάσεις, δεν διαθέτει καμιά ανάσα, καθώς δεν διακόπτεται ούτε από παραγράφους, ούτε από κεφάλαια. Έτσι, αποτελεί μεγάλη δοκιμασία για τον μεταφραστή, που είναι αναγκασμένος να παρακολουθήσει τον νοσηρό μονόλογο ενός ανθρώπου, που λόγω ηλικίας και χαρακτήρα βρίσκεται σε τρομερό υπαρξιακό αδιέξοδο. Η εργασία αυτή με κούρασε σε μεγάλο βαθμό, γιατί αν δεν διατηρούσα το λαχανιαστό ύφος του κειμένου και τα ίδια τεχνάσματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να δημιουργήσει την πρωτοφανή ένταση που διατρέχει ολόκληρο το κείμενο, το βιβλίο θα φαινόταν κοινότοπο και πληκτικό.

Η μετάφραση κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1988 από τις εκδόσεις Αξιός / Βαστέρ της Θεσσαλονίκης σε μια μικρού σχήματος άθλια έκδοση. Τα τυπογραφικά στοιχεία ήταν τεράστια, τα περιθώρια μικρά και στραβά, ενώ το ασπρόμαυρο εξώφυλλο θύμιζε αγγελτήριο κηδείας.

Παρ' όλα αυτά, εκείνο το τόσο άσχημο βιβλιαράκι είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, πήρε άριστες κριτικές και εξαντλήθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Ο εκδοτικός οίκος έκλεισε, αλλά ο εκδότης πρόλαβε να στείλει ένα αντίτυπο στον Μπέρνχαρντ, που όταν το πήρε στα χέρια του, είπε δύο φορές «Das mag ich gar nicht» που σημαίνει «Δεν μ' αρέσει καθόλου». Ύστερα από λίγες μέρες πέθανε κι εγώ έλεγα αστειευόμενος, πως δεν άντεξε τη θέα ενός τόσο κακόγουστου βιβλίου που έφερε το όνομά του, γι' αυτό εγκατέλειψε πρόωρα τα εγκόσμια.

Το 1991 μετέφρασα αποσπάσματα από όλα σχεδόν τα θεατρικά έργα του Μπέρνχαρντ για το πρόγραμμα της παράστασης του Ρίττερ, Ντένε, Φος, που είχε σκηνοθετήσει υποδειγματικά στη Νέα Σκηνή ο Λευτέρης Βογιατζής.

Στο μεταξύ άρχισα να δέχομαι πολλά τηλεφωνήματα από ανθρώπους που ήθελαν να διαβάσουν το Μπετόν, και δεν το έβρισκαν πουθενά. Απευθύνθηκα σε πολλούς εκδότες και τελικά πήρα θετική απάντηση μόνο από την Εστία, που ενώ αγόρασε αμέσως τα δικαιώματα, καθυστερούσε αδικαιολόγητα την επανέκδοσή του. Επί έξι ολόκληρα χρόνια τηλεφωνούσα στην κ. Καραϊτίδη, η οποία αρνιόταν να κάνει ο,τιδήποτε για να κινήσει τη διαδικασία της έκδοσης. Ύστερα από τρομαχτική πίεση δική μου και του Surhkamp έδωσε επιτέλους τη συγκατάθεσή της και το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1996.

Νέες εγκωμιαστικές κριτικές δημοσιεύτηκαν στον Τύπο και τον επόμενο χρόνο μου απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης για το Μπετόν, που αυτομάτως ήταν υποψήφιο για το Αριστείο Ευρωπαϊκής Μετάφρασης.

Από το σημείο αυτό η ιστορία παίρνει άλλες διαστάσεις και οι δεσμοί μου με τον Μπέρνχαρντ γίνονται όλο και πιο στενοί.

Τον Μάρτιο του 1998 μου τηλεφώνησε ο Πέτερ Φάμπιαν, ετεροθαλής αδελφός του συγγραφέα, πνευματικός κληρονόμος και προσωπικός του γιατρός, για να ρωτήσει αν επιθυμώ να γίνω μέλος του Δ.Σ. του Ιδρύματος Τόμας Μπέρνχαρντ, που θα ασχολούνταν από δω κι εμπρός με ό,τι αφορούσε τον ίδιο και το έργο του. Πρόσθεσε ότι είχε εντυπωσιαστεί με τις εισηγήσεις που γράφτηκαν για τη μετάφραση του Μπετόν, όταν αυτό ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Μετάφρασης. Εγώ είπα αμέσως ναι, η συνέντευξη τύπου δόθηκε στη Βιέννη τον Ιούλιο του ίδιου έτους, και έκτοτε φέρω τον τίτλο του Beiratsmitglied του εν λόγω ιδρύματος.

Στην πρώτη συνεδρίαση που έλαβε χώρα το 1999, το Δ.Σ. αποφάσισε να παρακάμψει τη διαθήκη του συγγραφέα, βάσει της οποίας ο Μπέρνχαρντ απαγόρευε στο αυστριακό κράτος να κάνει επί πενήντα χρόνια χρήση του έργου του, πράγμα που σήμαινε πως οι κρατικές σκηνές της Αυστρίας δεν είχαν το δικαίωμα να ανεβάζουν τα έργα του.

Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω κάτι που δεν είναι γνωστό. Όπως έμαθα, κυρίως από τον δόκτορα Φάμπιαν, τις τελευταίες μέρες πριν από το θάνατό του ο Μπέρνχαρντ αποχαιρέτησε όλους τους φίλους και γνωστούς του, ζητώντας παράλληλα συγγνώμη από αυτούς που είχε στενοχωρήσει ή πληγώσει. Το γεγονός αυτό μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι ο συγγραφέας της Ξύλευσης και της Διόρθωσης είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει την ημέρα των γενεθλίων του, στις 9 Φεβρουαρίου. Η αναγγελία του θανάτου του έγινε, σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου, δύο μέρες αργότερα.

Το καλοκαίρι του 1999 συναντούσα επί δύο εβδομάδες τους Πουλαντζά, Αρβανίτη και Λιβαθινό στο σπίτι μου, όπου συζητούσαμε όλοι μαζί τα προβλήματα της μετάφρασης του έργου του Μπέρνχαρντ Πριν από τη σύνταξη, που πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου με τον τίτλο Πριν την αποχώρηση. Για την εξαιρετική αυτή παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός είχα και την επιμέλεια του προγράμματος.

Τον επόμενο χρόνο ασχολήθηκα ξανά με τον Μπέρνχαρντ. Μετέφρασα για τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του Ο Μίμος των Φωνών.
Τα τελευταία χρόνια διάβασα πάρα πολλά βιβλία του Μπέρνχαρντ και σχεδόν όλα τα θεατρικά του έργα. Είχα την τύχη να δω εκπληκτικές παραστάσεις των έργων του στην Αυστρία και τη Γερμανία. Σιγά σιγά δημιούργησα ένα αρχείο με βιντεοκασέτες, κριτικές, θεατρικά προγράμματα, επιστολές και καταλόγους εκθέσεων. Η σχέση μου με τον Μπέρνχαρντ άρχισε με μια αποστροφή, που κατέληξε σε αποδοχή του έργου του, που περιέχει και πολύ θαυμασμό. Όσο για την αγάπη, τώρα σκέφτομαι πως υπάρχουν δημιουργοί, που δεν είναι σε θέση να γράψουν γι' αυτήν, όπως υπάρχουν και άνθρωποι, που δεν μπορούν να αγαπήσουν. Από αναπηρία ή επειδή είναι πολύ απασχολημένοι με το άτομό τους. Έχω την εντύπωση πως ο Μπέρνχαρντ ανήκει σ' αυτούς τους τελευταίους. Μπορεί να σφάλλω, αλλά πιστεύω πως εκτός από τον παππού του, τον συγγραφέα Γιοχάννες Φρόιμπιχλερ, δεν αγάπησε κανέναν άλλον άνθρωπο στην ταραχώδη ζωή του.

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ μου πρόσφερε ένα κρατικό βραβείο, μια υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Μετάφρασης, που παρ' ολίγον να καταλήξει σε βράβευση, τη δυνατότητα να γνωρίσω άκρως ενδιαφέροντες ανθρώπους, καθώς και αυτό το ταξίδι στα Χανιά, που επισκέπτομαι ύστερα από τριάντα ολόκληρα χρόνια.

Τώρα που νιώθω μεγάλη οικειότητα γι' αυτόν τον δύστροπο, μονόχνωτο, έμμονο, μοναχικό, εριστικό, εμπαθή, μεμψίμοιρο και προκλητικό εργένη, που αναπαύεται σ' ένα προάστιο της Βιέννης, μπορώ να πω δύο τρία πράγματα για τη μεγάλη τέχνη του.

Νομίζω πως η αξία αυτού του συγγραφέα έγκειται στο ότι με ένα εντελώς προσωπικό ύφος, όπου οι επαναλαμβανόμενες, σπειροειδώς ελισσόμενες προτάσεις του δημιουργούν μια πρωτόγνωρη μουσικότητα, διερευνά ώς το βάθος μερικές βασικές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, που θεωρεί εκ των προτέρων καταδικασμένη και αποτυχημένη. Αμετακίνητος, βίαιος, ανελέητος, παράφορος, σημαδεμένος από μια σοβαρή ασθένεια των πνευμόνων, εφάρμοζε με αυστηρή συνέπεια τις ιδέες του στην προσωπική του ζωή. Αποτελεί μία από τις πλέον αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις συγγραφέα, όπου υπάρχει απόλυτη αρμονία ανάμεσα στο έργο και τη ζωή του. Τα τελευταία χρόνια ζούσε κλεισμένος στο σπίτι του, στο Όλσντορφ της Αυστρίας, αντλώντας έμπνευση από την προσωπική του μοναξιά, που γέμιζε με τους σχοινοτενείς μονολόγους ενός σύγχρονου Μισανθρώπου. Κλεισμένος στο φρούριό του, που κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει, εκτόξευε τα βέλη του προς όλες τις κατευθύνσεις, και έχτιζε τις ζοφερές ιστορίες του. «Το σπίτι μου», έγραφε, «είναι στην πραγματικότητα μια τεράστια φυλακή. Μου αρέσει πολύ αυτό. Όλοι οι τοίχοι είναι εντελώς γυμνοί. Κρύοι και γυμνοί. Είναι κάτι που έχει θετική επίδραση στη δουλειά μου. Ό,τι γράφω, μοιάζει με το χώρο που μέσα του κατοικώ. Μερικές φορές σκέφτομαι, ότι τα κεφάλαια ενός βιβλίου μου είναι όπως τα ξεχωριστά δωμάτια αυτού του σπιτιού. Οι τοίχοι έχουν ζωή. Οι σελίδες είναι σαν τους τοίχους. Όταν παρατηρείς έναν λευκό τοίχο, συνειδητοποιείς ότι δεν είναι ούτε λευκός ούτε γυμνός, γιατί επάνω του ανακαλύπτεις ρωγμές, μικρά σκασίματα, ανωμαλίες, ζωύφια».

Ένα άλλο στοιχείο του μπερνχαρντικού σύμπαντος είναι το βιτριολικό χιούμορ, που διεισδύει ακόμα και στις πιο μαύρες σελίδες του. Λίγες φορές έχω γελάσει τόσο πολύ στο θέατρο, όσο σε παραστάσεις κωμωδιών του Μπέρνχαρντ. Τα έργα λ.χ. Ελισάβετ Β΄ και Ο Κλάους Πάιμαν αγοράζει ένα παντελόνι και πάει μαζί μου για φαγητό, είναι ξεκαρδιστικές κωμωδίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι ξεχνούν πως ο Μπέρνχαρντ ήταν και μεγάλος ποιητής. Όσο ζούσε είχαν κυκλοφορήσει εφτά ποιητικές συλλογές του. Στα ποιήματά αυτά εκφράζει την απόγνωσή του μπροστά στην αδυναμία του ανθρώπου να νικήσει το θάνατο, τον πόνο, την αρρώστια, τη φθορά και την τρέλα που τον καταδιώκουν αδιάλειπτα.

Πρόκειται για συνθέσεις σκοτεινές, πεισιθάνατες, γεμάτες μελαγχολικές εικόνες. Πιστεύω πως για να κατανοήσει κανείς το έργο του, πρέπει να ανατρέξει στις ποιητικές του συλλογές, όπου ο δημιουργός στέκει ανήμπορος μπροστά στο πεπρωμένο.
Πριν από δύο χρόνια, μετέφρασα μερικά από τα ποιήματα που αγαπώ περισσότερο για το περιοδικό Ποίηση. Τελειώνοντας, θα ήθελα να διαβάσω ένα απ' αυτά.

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
τίποτα γι' αυτόν τον πόνο που μ' έχει εξαντλήσει,
όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου,
τίποτα για τ' απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες,
που θα με πετάξουνε στην άβυσσο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
που έπρεπε να διασχίσω σαν να 'ταν ποταμός,
με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες,
και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια,
που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη,
σαν φρούτο ανοιξιάτικο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
που μ' έσυρε στον τάφο του πατέρα,
που μ' έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη,
που μ' έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή
στ' άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες,
τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο,
που σαν πέτρα σκονισμένη
κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες
μέσα από πολέμους και σαπίλα.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά
αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα πόδια σου σαν χιόνι.

Αλέξανδρος Ίσαρης

13 Μαΐου 2004

Επιστροφή


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το ανέβασμα του έργου του Τ. Μπέρνχαρντ Πριν την αποχώρηση από την Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη στο θέατρο ΚΥΔΩΝΙΑ στα Χανιά (άνοιξη - φθινόπωρο 2004), σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και διαβάστηκε από τον Αλέξανδρο Ίσαρη στην αίθουσα διαλέξεων του Κέντρου Αρχιτεκτονικής Μεσογείου (ΚΑΜ) στις 17 Μαΐου 2004, στο πλαίσιο του τριήμερου αφιερώματος στον συγγραφέα  που διοργανώθηκε από το ΚΑΜ  σε συνεργασία με το θέατρο ΚΥΔΩΝΙΑ.