ΟΝΕΙΡΟ, ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΝΕΡΟ
Στα ποιήματα του Λεωνίδα Κακάρογλου συχνά ο ποιητής παρατηρεί τους ανθρώπους και καταγράφει την περιπέτειά τους από μια οπτική («τζάμια φιμέ») που οι ίδιοι δεν διαθέτουν. Αλλά και η ατομική περιπέτεια του ποιητή, του λυρικού υποκειμένου, καταγράφεται και αυτή μετασχηματισμένη από την ποιητική οπτική: το λυρικό ποίημα δεν είναι ημερολογιακή καταγραφή των προσωπικών εμπειριών με καθημερινό λόγο, αλλά ποιητικός λόγος. Στην ποιητική φωνή οι περιπέτειες του εαυτού και των άλλων συνιστούν αφενός μια υπέρβαση των ορίων του υποκειμένου και αφετέρου μια συμ-παθητική ταύτιση του εαυτού με τους άλλους.
Η πανανθρώπινη, υποδόρια, συνεχής και διαβρωτική αγωνία της ύπαρξης μπροστά στο θάνατο υπόκειται σε όλα τα ποιήματα του Κακάρογλου, μια αγωνία που κάποτε ανέρχεται σαν εφιαλτικό όνειρο. Ο πόνος για τις σχέσεις που διακόπηκαν ή που έπαψαν να υπάρχουν στη ζωή μας αποτελεί μια περιοχή, την οποία τα ποιήματα εξερευνούν· είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά δεν περιγράφεται πώς η σχέση διακόπηκε ή ποια ακριβώς είναι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά το ποίημα επιμένει στο οδυνηρό ίχνος που έχει απομείνει στο ένα τουλάχιστον από αυτά. Η μνήμη των νεκρών, η μνήμη των «χαμένων» ζωντανών, η μνήμη παρελθόντων χρόνων, η μνήμη είναι το συχνότερο θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ποίηση του Κακάρογλου.
Ένα άτιτλο ολιγόστιχο ποίημα στην εισαγωγική σελίδα της τελευταίας συλλογής του, Οι μέρες πριν από τα χρόνια (2007), κατά κάποιον τρόπο συνοψίζει τη θεματική των ποιημάτων του:
Πώς με βασανίζει
Αυτή η αρχειοθέτηση
Των αισθημάτων
Εισερχόμενα: Λύπη
Εξερχόμενα: Μνήμη.
Δεδομένου ότι η λύπη παραπέμπει σε σχέσεις που διακόπηκαν ή με ανθρώπους που δε βρίσκονται πια στη ζωή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μνήμη και ο θάνατος αποτελούν τα θεμελιώδη θέματα γύρω από τα οποία περιστρέφεται το περιεχόμενο των ποιημάτων του Κακάρογλου. Αλλά, εάν προσθέσουμε και το θέμα του έρωτα, δεν είναι αυτά τα θέματα σχεδόν όλων των ποιημάτων που γράφονται σήμερα; Και όμως αυτή η διαπίστωση δεν σημαίνει και πολλά. Γιατί, όπως είπε κάποτε ο Μαλλαρμέ, η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες, αλλά με λέξεις. Θα έπρεπε δηλαδή να ενσκύψουμε και να παρατηρήσουμε προσεκτικά («εκ του σύνεγγυς ανάγνωση») πώς το κάθε ποιητικό κείμενο αρθρώνει συγκεκριμένα τη θεματική της μνήμης και του θανάτου.
Πάντως σε αυτή τη σύντομη κριτική παρουσίαση του έργου του ποιητή, δεν θα μιλήσω για την υλοποίηση αυτών των θεμελιωδών θεμάτων, αλλά για ένα μερικότερης έκτασης θέμα, που συμπλέκεται με τα ευρύτερα: το δυαδικό θέμα του ονείρου και του νερού.
Ήδη, στη δεύτερη συλλογή, Σχεδόν γκρο πλαν, του 1986, στο εισαγωγικό και το επιλογικό πεζό ποίημα μια μάνα λέει στο παιδί της:
Το υλικό των ονείρων είναι η υγρασία.
Ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια το θέμα επαναλαμβάνεται ως νανούρισμα και έπειτα η φωνή του ομιλητή κλείνει το ποίημα με επιγραμματικούς στίχους:
Κοιμήσου, αγόρι μου, κοιμήσου
Ο ήχος της βροχής να 'ναι μαζί σου.
Όνειρα και μνήμες το ίδιο ζυγίζουνε
Στην ανοιχτή καταπακτή του ύπνου.
(«Το βάρος των ονείρων», Μονάχα ο χρόνος ξέρει, 2000)
Στην τρίτη συλλογή, Στο λευκό του βυθού (1989), μαθαίνουμε πως οι νεκροί αρέσκονται να ακούνε αενάως την ίδια «ιστορία», που είναι η ακόλουθη μικρή περίοδος:
Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου, κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας.
(«Γενέθλιο απόντων»)
Η επέκταση της «ιστορίας» και στους ζωντανούς είναι προφανής. Στην τέταρτη συλλογή, Η συνήθεια των ημερολογίων (1995), ο συσχετισμός ή μάλλον καλύτερα, η συνάφεια του κόσμου των νεκρών και του κόσμου των ζωντανών δηλώνεται στους παρακάτω στίχους από ένα ποίημα που βασίζεται σε όνειρο:
... Νύχτα θα φύγω απ' αυτή την αναθεματισμένη γη
Που παντού φυτρώνουν νεκροί
Κι οι ζωντανοί κοιμούνται και ξεχνούν
Ν' αφουγκραστούν το θόρυβο της απουσίας
Νίβονται με το νερό της βροχής
Και προσεύχονται στους καμένους ασπάλαθους.
(«Ο ιππότης Λαλίνος»)
Μολονότι οι τέσσερεις τελευταίοι στίχοι αναφέρονται στους ζωντανούς, οι ασπάλαθοι είναι ένα φυτό που σχετίζεται με τους νεκρούς. Οι ζωντανοί, των οποίων η μνήμη για τους νεκρούς υπολειτουργεί, «νίβονται με το νερό της βροχής». Θα παραμείνω σ' αυτή τη συλλογή, σ' ένα άλλο ποίημα, στο οποίο το υποκείμενο του λόγου δεν αφηγείται τα του εαυτού του, αλλά διηγείται ένα συμβάν, που αφορά τρίτο άτομο, μια μητέρα. Αξίζει ίσως να παρατηρήσουμε ότι και το προηγούμενο ποίημα αναφερόταν σε όνειρο που ονειρεύτηκε κάποιος τρίτος και όχι το υποκείμενο του λυρικού λόγου.
Οι μητέρες των πεσόντων υπέρ πατρίδος
Φοράνε κόκκινα φορέματα
Ακούνε τους λόγους των επισήμων προσεκτικά
Και κάπου κάπου σιγοψιθυρίζουν:
«Θα κρυώσει το παιδί».
Ύστερα παίρνουν το παράσημο
Το κρύβουν βαθιά στη τσάντα τους
Κι επιστρέφουν σπίτι
Κλείνουν πόρτες και παράθυρα
Και ψάχνουν στο συρτάρι με τις φωτογραφίες
Θέλουν να βρουν εκείνη που ο γιος τους
Χαμογελούσε
Όταν τη βρουν
Τη σκουπίζουν να φύγει η σκόνη
Τη φιλούν, κι ύστερα με το κραγιόν
Τη βάφουν ολοκόκκινη
Ανοίγουν το νερό της βρύσης
Και την αφήνουν να πλέει στο νεροχύτη
Το νερό πάντα νερό συναντάει
(«Το μόνο χρώμα», Η συνήθεια των ημερολογίων, 1995)
Ανεπαίσθητα το παράσημο υποχωρεί και το νέο αντικείμενο είναι μια φωτογραφία του νεκρού. Το «μόνο χρώμα» του τίτλου είναι το κόκκινο: το φόρεμα της μητέρας, το κραγιόνι των χειλιών της, το χρώμα της βαμμένης με το κραγιόνι φωτογραφίας, δηλαδή το χρώμα του αίματος του σκοτωμένου. Και όμως η επιγραμματική κατακλείδα του ποιήματος δεν αναφέρεται στο κόκκινο χρώμα, αλλά στο νερό: «το νερό πάντα νερό συναντάει». Στο ποιητικό σύμπαν του Κακάρογλου το νερό, γλυκό ή αλμυρό, είναι ο χώρος των νεκρών· οι ζωντανοί, για να επικοινωνήσουν μαζί τους, απαιτείται να εκτελέσουν κάποιες τελετουργικές διαδικασίες. Η μνήμη του σκοτωμένου δεν διεγείρεται από το παράσημο· αντιθέτως, το παράσημο καταχωνιάζεται και ανασύρεται η φωτογραφία· ενώ η φωτογραφία δεν ανακαλεί στη μνήμη τον νεκρό, η ρίψη της στη «λίμνη» του νεροχύτη επιτελεί το επιζητούμενο: την επιστροφή του νεκρού στον οικείο χώρο του. Προφανώς η ροή είναι η υποκείμενη έννοια στην εικονοποιΐα του ποιητή: ο χρόνος και η μνήμη και το όνειρο ρέουν σαν το νερό.
Στη συλλογή του 2000 Μονάχα ο χρόνος ξέρει, σε στίχους της οποίας ήδη προαναφέρθηκα, παρατίθεται το ακόλουθο ποίημα:
Βρέχει από τη αρχή του ονείρου
Σε νιώθω να βουλιάζεις
Και να ζητάς βοήθεια
Μοιάζεις να ξέφυγες από το κοιμητήριο
Που έκρυψε τη νιότη σου
Δεν χρειάζεται να μου το θυμίζεις κάθε βράδυ
Η ζωή πια δεν νοσταλγεί
Κι ο χρόνος γέμισε νερό
Όσο για κείνα τα καράβια π' αγαπούσες
Δεν φυγαδεύουν πεθαμένους
Μονάχα ζωντανούς που ονειρεύονται
Πως το τέλος
Είναι πάντα στην αρχή.
(«Ο χρόνος γέμισε νερό»)
Και εδώ πάλι συμπλέκονται τα γνωστά θέματα: οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι, η μνήμη, ο χρόνος, το όνειρο, το νερό και η βροχή.
Οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι; Είναι νεκρό το άτομο, στο οποίο απευθύνεται το ομιλούν υποκείμενο ή κάποιος/κάποια, τον οποίο/την οποία δεν βλέπει πια; Γιατί «το κοιμητήριο που έκρυψε τη νιότη» μπορεί να σημαίνει το χρόνο (και μάλιστα τον ωραίο χρόνο) που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Αυτό το διαζευκτικό «ή» αποτελεί λέξη-κλειδί για να κατανοήσουμε όχι τις θεματικές μονάδες, αλλά την άρθρωση των μονάδων στο ποιητικό σύμπαν του Κακάρογλου: η μνήμη των νεκρών και η μνήμη των ανθρώπων που δεν βλέπουμε πια, κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία. Επιλέγω να κρατήσω το «πεθαμένοι» για να συνεχίσω την ανάγνωση του ποιήματος.
Η βροχή εδώ φαίνεται να συνιστά ένα δυσοίωνο παράγοντα: αντί να είναι ο οικείος χώρος του πεθαμένου, προκαλεί το βύθισμά του. Δυσοίωνος μεν παράγοντας μέσα στο όνειρο, αλλά που γίνεται η αφορμή της επαφής του νεκρού με τον ζωντανό. Εξάλλου το όνειρο αρχίζει με τη βροχή και τελειώνει με τη θάλασσα: οι ζωντανοί ταξιδεύουν. Για πού; Στο χρόνο: «Κι ο χρόνος γέμισε νερό». Ο χρόνος ρέει και τα πάντα γίνονται μνήμη. Η μνήμη δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος· είναι κι η ίδια μια αέναη ροή, όπου οι συγκεκριμένες μνήμες δεν διαφοροποιούνται, είναι μνήμες, ούτε παλιές ούτε καινούργιες· κυλάνε δίχως τη χρονική ακολουθία των συμβάντων, αλλά με τη δική τους σειρά, ανάλογα με το τι τις προκαλεί -η βροχή, μια φωτογραφία, ένα όνειρο. Η συνάφεια μνήμης και χρόνου σημαίνει πως αρχή και τέλος είναι δύο έννοιες, τις οποίες οι ζωντανοί που «ονειρεύονται» τις αναγνωρίζουν ως ψευδαίσθηση.
Οι ζωντανοί που ονειρεύονται, συνδέονται συνωνυμικά με τους νεκρούς, αφού αυτοί είναι οι μόνοι από τους ζωντανούς που ταξιδεύουν με τα ειδικά πλοία που συνήθιζαν να «φυγαδεύουν πεθαμένους». Το ταξίδι του χρόνου μεταβάλλει το περιεχόμενο των νεκρών και των ονειρευτών σε εικόνες μνήμης χωρίς τέλος και αρχή. Το νερό ήταν συνδεδεμένο στην ελληνική αρχαιότητα με τους νεκρούς: η λίμνη Αχερουσία και οι ποταμοί Αχέροντας και Κωκυτός. Στο σύμπαν του Κακάρογλου φαίνεται πως δημιουργείται μια ιδιοσύστατη μυθολογία, που παράγεται από την υποκείμενη έννοια της ροής και δημιουργεί ένα πλέγμα θεματικών μονάδων, η σύσταση και η διάρθρωση των οποίων αποτελεί το αντικείμενο αυτής της επιλεκτικής ανάγνωσής μου των ποιημάτων: χρόνος και μνήμη, ζωντανοί και νεκροί, όνειρο και βροχή.
Το λεξιλόγιο των ποιημάτων του Κακάρογλου είναι ηθελημένα αντιποιητικό, κάποια ποιήματα μάλιστα είναι αντιλυρικά, μοιάζουν με σύντομες αφηγήσεις. Έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση λιτή και χαμηλόφωνη, που στα αυτιά του ευαίσθητου αναγνώστη κάποτε ακούγεται εκκωφαντική· ξεκίνησα διαπιστώνοντας την επιμονή του ποιητή στη μνήμη, και θα κλείσω ξαναθυμίζοντας ένα θραύσμα από στίχο που μιλάει για τους ζωντανούς που ξεχνάνε τους νεκρούς τους, ξεχνάνε
το θόρυβο της απουσίας.
Στo μικροσύμπαν των ποιημάτων ο χώρος είναι ασφυκτικά πλήρης: οι ζωντανοί ζούνε και ονειρεύονται δίπλα στους νεκρούς και τους χαμένους στο χρόνο· κάθε κίνησή μας συνοδεύεται από μύριες όσες αδιόρατες κινήσεις των άλλων με τους οποίους η επικοινωνία είναι αδύνατη ή βουβή· κυλάμε όλοι, εμποτισμένοι με μια σιγαλή λύπη, προς ένα αδιάγνωστο τέλος ή προς μια αρχή. Κάποτε, κοιτάζοντας ανθρώπους γύρω μου αφιονισμένους από τα μίντια στο κυνήγι της ευδαιμονίας και της ευμάρειας, κι αναλογιζόμενος τα ποιήματα του Κακάρογλου, συλλογίζομαι ότι καταντήσαμε να ζούμε σε παράλληλους κόσμους, όπου κάποιοι σηκώνουν πάνω τους τον πόνο της ανθρωπότητας.
Σ. Ν. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Ομότιμος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας,
Πανεπιστήμιο Κρήτης
Μάιος 2008
Επιστροφή
|