Στο τραίνο της αντίθετης κατεύθυνσης

 
Για ποιους λόγους επιλέξατε το ανέβασμα ενός αρκετά δύσκολου και όχι ευρέως γνωστού  έργου όπως είναι το Υπόγειο Μπλουζ;

Αγαπητέ κ. Νεόφυτε Χριστοφόρου, κατ' αρχήν θέλω να ευχαριστήσω,  εσάς και την εφημερίδα σας, για το ενδιαφέρον που δείχνετε για τις θεατρικές μας δραστηριότητες. Λέτε πως το «Υπόγειο μπλουζ» είναι ένα δύσκολο έργο. Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Είναι ένα τολμηρό κείμενο που λέει την αλήθεια κατά πρόσωπο, στηλιτεύοντας αμείλικτα την ασχήμια της σύγχρονης κοινωνίας. Εκφράζει δημόσια το γνωστό σε όλους μας αίσθημα του «αρκετά πια!» σε ότι αφορά την υποτίμηση του κοινού νου στις παγκόσμιες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Αρκετά πια με την ασχήμια και την κακογουστιά, όπου και αν την συναντάμε στη σύγχρονη κοινωνία απανταχού της γης και σε όλα τα επίπεδα: από τα πιο μύχια και προσωπικά μέχρι τα πιο συλλογικά. Η θέση από την οποία μιλάει ο «Άγριος άντρας», ο κεντρικός ήρωας του «Υπόγειου Μπλουζ», θυμίζει πολύ τις κωμωδίες του Αριστοφάνη: ένας αγανακτισμένος πολίτης, ο Δικαιόπολις από τους Αχαρνείς να πούμε, ή ίσως ο Πεισθέταιρος των Ορνίθων, αγανακτισμένος από την διαφθορά, την εξαπάτηση, και τον εφησυχασμό της σύγχρονης κοινωνίας αποφασίζει να αντιδράσει ατομικά. Μόνος του. Και αντίδραση γι αυτόν τον «Άγριο άντρα» είναι να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Με τον κίνδυνο κάποιοι να τον πουν τρελό και κάποιοι άλλοι προφήτη! Επιστρέφοντας λοιπόν στο ερώτημά σας, ίσως να καταλαβαίνετε τώρα γιατί δεν θεωρώ το έργο αυτό καθόλου δύσκολο. Είναι καθαρά λαϊκό θέατρο που μιλά κατευθείαν στην καρδιά όλων μας. Και για το ότι δεν είναι ευρέως γνωστό, όπως είπατε, επιτρέψτε μου να σας θυμίσω, πως το έργο είναι γραμμένο μόλις το 2003 από έναν πολύ γνωστό και ασυμφιλίωτο συγγραφέα, τον Πέτερ Χάντκε, σπουδαίο Αυστριακό λογοτέχνη, γνωστό και ως σεναριογράφο μερικών από τις καλύτερες ταινίες του Βιμ Βέντερς (Τα φτερά του έρωτα, Λάθος κίνηση, Η αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι) και ήδη σήμερα παρουσιάζεται στα πιο γνωστά θέατρα σε όλον τον κόσμο με τεράστια επιτυχία!  
 
Το κυρίαρχο συναίσθημα της παράστασης είναι η οργή. Ποιοι οι βαθύτεροι συμβολισμοί και οι αντιστοιχίες με την πραγματικότητα που ζούμε καθημερινά; 

Ναι, πράγματι, το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η οργή! Φαντάζομαι πως η οργή είναι το κυρίαρχο συναίσθημα κάθε σύγχρονου ευαίσθητου πολίτη που αισθάνεται να προσβάλλεται η αισθητική του και η νοημοσύνη του παρακολουθώντας τις παγκόσμιες εξελίξεις στον ημερήσιο τύπο, ή κάνοντας μια μικρή βόλτα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του για να ψωνίσει τα χρειαζούμενα της εβδομάδας ή ένα γρήγορο ζάπινγκ στην τηλεόρασή του. Κάθε πολίτη που προσβάλλεται από τον απροκάλυπτο και αυθάδη τρόπο που τα ΜΜΕ, τα κυρίαρχα εμπορικά συμφέροντα και οι πολιτικοί προσπαθούν να ποδηγετήσουν τις μάζες και να τις κατευθύνουν! Μια οργή που φουντώνει ακόμα περισσότερο μέσα από το αίσθημα της ανήκεστης βλάβης, της μη επανατάξιμης καταστροφής, που δυστυχώς έχει επιτευχθεί τόσο σε επίπεδο εφησυχασμένων ατομικών συνειδήσεων όσο και σε ολόκληρο τον φυσικό πλούτο του πλανήτη που κατοικούμε. Λέει κάπου ο «Άγριος άντρας» : Άνθρωποι του σήμερα. Σκυθρωποί επισκέπτες! Σας κατευθύνουν από μακριά αντί να κατευθύνεστε μακριά. Αλλάξτε πορεία - για πού όμως; Αλλάξτε τρόπο σκέψης - προς ποια κατεύθυνση όμως; Πρέπει να κάνετε καθημερινά αυτήν εδώ τη διαδρομή; Αυτόν  τον τρομερά σίγουρο δρόμο; Φύγετε γι' απάτητα μέρη - όμως: υπάρχουν ακόμα απάτητα μέρη; 

Ποια  σκηνοθετική προσέγγιση ακολουθήσατε και με ποιους στόχους; 

Κοιτάξτε, το σκηνοθετικό ενδιαφέρον μου σε αυτό το έργο του Πέτερ Χάντκε εστιάστηκε στον ίδιο το λόγο του συγγραφέα και την απόλυτη θέση που υπερασπίζεται. Το έργο είναι ένα δείγμα γραφής, υψηλού ποιητικού θεατρικού λόγου, πολύ απαιτητικού ως προς την σκηνική του παρουσίαση. Στην παράστασή μας θα έλεγα πως η σκηνοθεσία και η υποκριτική αναγκαστικά αλληλοσυμπληρώνονται! Η σκηνογραφική του διάσταση, δηλαδή ο υπόγειος συρμός που κάνει στάσεις σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη της γης, είναι ένα ευφυές πρόσχημα, κάτι σαν την αριστοφανική «φαεινή ιδέα», προκειμένου να μεγιστοποιήσει ο συγγραφέας την αλήθεια του λόγου του και να καταδείξει την καθολικότητα της ισχύος του. Διευρύνοντας αυτόν το συμβολισμό του έργου αποδίδουμε στους θεατές που παρακολουθούν την παράστασή μας το ρόλο του επιβάτη του τραίνου.
 
Πόσο ικανοποιημένος αισθάνεστε από την ανταπόκριση του κοινού στις παραστάσεις που έχουν ήδη δοθεί στην Κρήτη; 

Ο κόσμος γελάει για να μην κλαίει! Η συναισθηματική πύκνωση σε μερικές σκηνές είναι απίστευτη! Εκρηκτική. Όταν ξεκινήσαμε τις παραστάσεις έδωσα ειδικές οδηγίες στους ανθρώπους του φουαγιέ του θεάτρου μας, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στη δεκάχρονη παρουσία μου στα Χανιά, και τους προϊδέασα για την πιθανότητα κάποιοι θεατές να μην αντέξουν την επιθετικότητα του λόγου του Χάντκε και να εγκαταλείψουν την παράσταση στα μισά. Ζήτησα μάλιστα να υπάρχει την ώρα της παράστασης ένα φως διαρκώς αναμμένο στις σκάλες του θεάτρου ώστε οι θεατές που πιθανόν να αποχωρούσαν πριν από το τέλος να μην τσακίζονται μες στα μαύρα σκοτάδια. Η μεγάλη έκπληξη είναι πως μέχρι σήμερα, παρόλη την μεγάλη προσέλευση κόσμου που είχαμε, δεν εγκατέλειψε την αίθουσα κανείς θεατής! Μα ούτε ένας;;!! 
 
Για ποιους λόγους θα παρακινούσατε το κυπριακό κοινό να σας παρακολουθήσει στις 15 Μαρτίου; 

Γιατί και στην Κύπρο υπάρχουν ευαίσθητοι άνθρωποι που υποφέρουν από την ασχήμια της εποχής μας, που αντιστέκονται στη βλακεία και στην αφασία της αγέλης, γιατί και στην Κύπρο παίχτηκαν και παίζονται περίεργα γεωπολιτικά παιχνίδια, όπως καλή ώρα και στον πρόσφατο πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας που κατά τη γνώμη μου πυροδότησε την έκρηξη της οργής του συγγραφέα (στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω πως την παράσταση συνοδεύει πρόγραμμα που περιέχει τη μετάφραση του έργου κι ένα κείμενο-μελέτη που αναφέρεται στη σχέση του Χάντκε με τη Σερβία και τη στάση που κράτησε στον φοβερό και ύποπτο εκείνο πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας), γιατί και στην Κύπρο υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν το καλό σύγχρονο θεατρικό έργο.
 
Σε μια εποχή της εικόνας, του πιασάρικου και του εντυπωσιασμού, ποια  κατά την άποψη σας είναι η σημασία του να πασκίζει κανείς για την ουσία και την απέρριτη αλήθεια μέσα από τέτοιου είδους έργα; 

Ακούστε, δεν μας υποχρέωσε ποτέ κανείς να γίνουμε καλλιτέχνες, κανείς δεν μας εγγυήθηκε την εξέλιξή μας στον χώρο αυτό, ούτε μας υποσχέθηκε σίγουρο μισθό, ούτε άλλα προνόμια που διαθέτουν όλοι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι. Γίναμε αυτό που είμαστε μόνοι μας, από διαίσθηση και ανιδιοτελή αγάπη προς το θέατρο και την αλήθεια που μπορεί να συλλάβει ως μορφή τέχνης και να μεταδώσει στον κόσμο. Δεν θα ήταν λοιπόν ντροπή να απεμπολήσει κανείς την ιδεολογία του για τα λίγα παραπάνω χρήματα που μπορεί να προσφέρει μια πιασάρικη, ανόητη και ανούσια παράσταση;   

Συνέντευξη στον δημοσιογράφο της Κύπρου Νεόφυτο Χριστοφόρου με αφορμή την παράσταση του «Υπόγειου Μπλουζ»,
στο θέατρο ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ στη Λεμεσό την Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

 

Επιστροφή