ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ
ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΕΝΤΕΚΙΝΤ, 1914
Altes und Neues -Kleine Prosa aus fuenf Jahrzehnten, S. Fisher Verlag, 1953
Ενώ θα εγκωμίαζε κανείς το έργο ζωής του, αυτό το βαθιά γερμανικό, βαθιά αμφιλεγόμενο έργο, που αλλάζει όψεις όντας προϊόν μιας χωρίς όρια πανούργας ευφυΐας, εγώ θα πω μόνο για μία σκηνή, και ούτε καν. Δεν θα μιλήσω γι' αυτήν, δεν θα την σχολιάσω, απλώς θα την θυμίσω, θα κάνω να αναδυθεί για μια στιγμή το πρόσωπό της από τον κόσμο, επειδή δεν ξέρω αν την έχει προσέξει κανείς αρκετά, και θα την φέρω ξανά, για μένα τον ίδιο, μπροστά στα μάτια μου, όπως την είδα πριν από χρόνια για μία μόνο φορά -μόνο για μία φορά- στο θέατρο. Έκτοτε αυτή είναι «η σκηνή μου», τίποτα δεν μου αρέσει περισσότερο στο έργο του, τίποτα δεν με έχει συγκινήσει τόσο όσο αυτή, πρωτίστως αυτήν σκέφτομαι όταν φέρνω στο νου μου αυτόν τον ποιητή -και έκλεισα τα μάτια ευχαριστημένος όταν εκείνος, ένα βράδυ, ή κατά τα ξημερώματα -υπάρχουν αλήθεια απίθανες ώρες που κουβεντιάζει κανείς μαζί του-, όταν εκείνος, μια φορά, νύχτα, με διαβεβαίωνε ότι είχε γράψει το έργο για χάρη αυτής της σκηνής.
Βρίσκεται στον Μαρκήσιο φον Κέιτ, στην πέμπτη πράξη, στο τέλος τέλος. Είναι η τελευταία μεταξύ του Σολτς και του Κέιτ. Είδα το έργο στο Μόναχο, στο Σάουλσπιλχάους, με τον Βέντεκιντ στον ομώνυμο ρόλο. Είναι γνωστό το παίξιμό του, που δεν είναι τέχνη, δεν είναι παίξιμο ηθοποιού, αλλά μια αποπνικτική πραγματικότητα, ένα παίξιμο ασθμαίνον, αδέξιο, ντροπαλό, γεμάτο έμφαση και συγκινητικά γελοίο, όπως η ψυχή του. Ήταν χρεοκοπημένος, για μια ακόμα φορά, και αυτή τη φορά, και μάλιστα πλήρως. Οι αστοί είχαν πει «αφοσιωμένος υπηρέτης». Η Άννα ήταν μακριά. Της είχε πετάξει ασθμαίνοντας και ντροπαλά αλλά με έμφαση την φλύαρη ατάκα: «Σου δίνω μετά χαράς, αν πρόκειται κι εγώ να γίνω παρελθόν, ό,τι από τη θέρμη της ψυχής μου συνήθισα σε σένα, να το χρησιμοποιήσεις στην καριέρα σου. Αν όμως εσύ, μπροστά στον κλήρο του καλλιτέχνη, οχυρώνεσαι πίσω από ένα σακί χρήματα, τότε ήδη από σήμερα δεν αξίζεις πια ούτε το χορτάρι που κάποτε θα φυτρώσει στον τάφο σου!» Αλλά αυτή ήταν ήδη μακριά. Στο ένα γόνατο, τα χοντρά κι αδέξια χέρια πάνω στη μοναχική, την αβυσσαλέα ιδιόρρυθμη καρδιά του, αγκομαχούσε ασθμαίνοντας και αδέξια: «Α! Αυτό είναι ο θάνατος!». Έπειτα, πατώντας βαριά με τις χοντρές πατούσες του, πηγαίνει ως το γραφείο, αρπάζει τα γράμματα, κάνει να ακολουθήσει την αγαπημένη του. και, στην ανοιχτή πόρτα, του κλείνει τον δρόμο ο αντίπαλός του, συμπρωταγωνιστής, ο Ερνστ [σοβαρός] Σολτς, ο πανέξυπνος ηθικολόγος.
Αυτό είναι εκ προθέσεως. Κάτι το αλλόκοτο συμβαίνει. Δεν τον ανήγγειλε κανείς, δεν χτύπησε την πόρτα, δεν έρχεται για λόγους κοινωνικούς. «Του κλείνει τον δρόμο στην ανοιχτή πόρτα», ακίνητος και μονοκόμματος, σαν να ξεφύτρωσε από το δάπεδο. Ο Βέντεκιντ παρατηρεί για μια στιγμή το φαινόμενο και, κουτσαίνοντας, επιστρέφει στο δωμάτιο για να το αντιμετωπίσει.
«Ακριβώς αυτή τη στιγμή θα ερχόμουνα στο ξενοδοχείο σου», λέει. Και ο άλλος κάνει έναν πρώτο υπαινιγμό για ποιο λόγο είναι έτσι ακίνητος και μονοκόμματος. «Αυτό είναι πια άσκοπο», λέει με νεκρή φωνή. «Φεύγω ταξίδι».
«Αν είναι έτσι», βιάζεται να προσθέσει ο Μαρκήσιος Βέντεκιντ, «δώσε μου τα είκοσι χιλιάδες μάρκα που μου υποσχέθηκες!».
Όχι, ένας ηθικολόγος δεν κάνει τέτοια.
Αλλά οι αστοί! Τα διευθυντικά πόστα!
Τώρα, λιγότερο από κάθε άλλη φορά. Τσακώνονται για λίγο. Ο Σολτς λέει τον Βέντεκιντ άχρηστο, κι αυτός τον ονομάζει παράσιτο. Έπειτα ο Σολτς κάνει ένα δεύτερο υπαινιγμό: «Ας αφήσουμε τον ανταγωνισμό», λέει. «Παραιτούμαι ολότελα».
Αυτό δεν το καταλαβαίνει ο Βέντεκιντ. Ο ηθικολόγος προσθέτει: «Αποδεσμεύτηκα από τις ψευδαισθήσεις μου».
Αλλά κι αυτό ο Βέντεκιντ το βρίσκει διφορούμενο. Τότε λέει ο ηθικολόγος, με ήρεμη, νεκρή φωνή:
«Πηγαίνω σε ιδιωτική κλινική».
Η συνομιλία τώρα είναι έτσι ενορχηστρωμένη, που γίνεται λόγος μόνο για την προσωπική απόφαση του Σολτς, για την εισαγωγή του στην «ιδιωτική κλινική». Στην περίφημη, αβυσσαλέα, αλλόκοτη, ψυχρή σε υπερθετικό βαθμό ρητορική του Βέντεκιντ, αυτή η «εισαγωγή» προσλαμβάνει ηθική χροιά. Ο «μαρκήσιος» μιλάει με αγανάκτηση για προδοσία προς το ίδιο του το πρόσωπο, για ανθρώπινη αξιοπρέπεια, -αλλά στόχος του δεν είναι παρά ο άλλος. Ο Σολτς υπερασπίζεται τον εαυτό του τονίζοντας ότι η μόνη ανθρώπινη αξιοπρέπεια που πάει χαμένη είναι η δική του αξιοπρέπεια και ότι μ' εκείνον τον περιορισμό πρέπει, παρά τη θέλησή του, υποχρεωτικά να την επιβάλει στον εαυτό του. Αυτό είναι αξιοσημείωτο. Ο ποιητής που τον βάζει να λέει αυτά τα λόγια πιστεύει ότι γνωρίζει πως οι τρελοί, ή αυτοί που τους ονομάζομε έτσι, λαχταρούν πάνω απ' όλα την «κηδεμονία». Το άκουσα από το ίδιο του το στόμα ότι ο συγγραφέας Όσκαρ Πανίτσα βγήκε και χόρεψε γυμνός στον δρόμο σαφώς για ένα και μόνο λόγο: για να τον κλείσουν σε άσυλο. Υποθέτω πως δεν θα ήταν αναγκασμένος να το κάνει αν δεν το είχε θεωρήσει λογικό και αναγκαίο. Αυτό όμως δεν θα τον εμπόδιζε να έχει παράλληλα ως στόχο τον εγκλεισμό. Κι ο Σολτς αυτό θέλει. Το γεγονός όμως ότι το θέλει δείχνει ότι ανήκει εκεί μέσα. Είναι ώριμος και προετοιμασμένος. [...]
Απόδοση: Αναστασία Καραστάθη, Δημήτρης Γιαννόπουλος
Επιστροφή
|