Η ΠΟΙΗΣΗ ΥΠΗΡΞΕ ΤΟ ΥΨΙΣΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ ΜΟΥ
Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Βιρβιδάκη για τη δουλειά του στο θέατρο
με αφορμή την παράσταση "Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα"
του Αντόνιο Ταμπούκι
Με την ευκαιρία των λιγοστών παραστάσεων του έργου "Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα , δραματοποιημένα διηγήματα του σπουδαίου Ιταλού συγγραφέα Αντόνιο Ταμπούκι, που έδωσε στο "Θέατρο της Άνοιξης" η θεατρική ομάδα των Χανίων "Μνήμη" -μια ομολογουμένως πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά με θαυμάσιες ερμηνείες- ζητήσαμε από τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Μιχάλη Βιρβιδάκη, ψυχή αυτής της εξαιρετικής ομάδας, να μιλήσει στην ΕΠΟΧΗ.
Μαρώ Τριανταφύλλου
Κύριε Βιρβιδάκη, θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για σας; Να παρουσιάσετε τον Μιχάλη Βιρβιδάκη σε όσους δεν έχει τύχει να γνωρίσουν την δουλειά σας στο θέατρο ή στο λόγο;
- Καταρχήν, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον σας. Παρόλο που η Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ υπάρχει στα Χανιά εδώ και μία εξαετία, παρουσιάζοντας ένα δύσκολο και απαιτητικό ρεπερτόριο, είστε η πρώτη δημοσιογράφος αθηναϊκού εντύπου που είχε την ευαισθησία να μας ρωτήσει κάτι σχετικά με τη λειτουργία και την ιστορία του θεάτρου μας. Να προχωρήσω όμως στη ερώτησή σας. Αποφοίτησα από τη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη το 1981 και έκτοτε εργάζομαι αποκλειστικά στο θέατρο, ως ηθοποιός στην αρχή και αργότερα ως σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας. Μέχρι το 2000, που μετέφερα την έδρα των θεατρικών μου δραστηριοτήτων από τη Αθήνα στα Χανιά, σκηνοθέτησα στην Αθήνα με την Ε.Θ. ΜΝΗΜΗ έργα των Γέητς, Βέντεκιντ και Πεσσόα (ήταν όλα έργα που μεταφράστηκαν και ανέβηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα), ενώ παρουσιάστηκε στη σκηνή το θεατρικό μου έργο «Στην Εθνική με τα Μεγάλα», έργο που εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Γερμανία το 1998, στη Μπιενάλε της Βόννης, αποσπώντας άριστες κριτικές από τους εκεί δραματουργούς. Από το 2000 και μετά, μετακόμισα στα Χανιά και στις δραστηριότητές μου προστέθηκε και εκείνη του δασκάλου ηθοποιών. Κατάφερα, λοιπόν, χωρίς να κάνω εκπτώσεις στις καλλιτεχνικές μου απαιτήσεις, να ανεβάσω στα Χανιά στο θέατρο Κυδωνία, (θέατρο που δημιούργησα εκεί με τις οικονομικές μου δυνάμεις) με ηθοποιούς της δραματικής μου σχολής, έργα των Πίντερ, Μάμετ, Μπέκετ, Μπέρνχαρτ, Στερνχάιμ, καθώς επίσης τα διηγήματα του Αντόνιο Ταμπούκι που είδατε πρόσφατα στην Αθήνα. Τώρα ετοιμάζω την επόμενη παραγωγή μου με το πρωτοπαρουσιαζόμενο στην Ελλάδα έργο του Τόμας Μπέρνχαρτ «Ο Αναμορφωτής του Κόσμου».
Ζείτε και εργάζεστε στην Κρήτη, στα Χανιά ειδικότερα. Παρόλο που πρόκειται για μια πολύ ζωντανή πόλη, γιατί επιλέξατε να δουλέψετε στην περιφέρεια; Τι σας προσφέρει; Τι δυσκολίες σας δημιουργεί;
- Ακούστε, η δουλειά μου είναι οι τοίχοι του θεάτρου μου. Τώρα, αν αυτοί οι τοίχοι βρίσκονται στην Αθήνα ή στα Χανιά, οι μόνες ευκαιρίες που σου δίδονται για να το συνειδητοποιήσεις είναι το πρωί πηγαίνοντας και αργά το βράδυ φεύγοντας. Περισσότερο μέτρησε και μετράει στην επιλογή μου αυτή οι άριστες επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις, που έχω με τους βασικούς μου συνεργάτες, Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη και Παναγιώτη Χρυσανθόπουλο. Τα παιδιά αυτά είναι η οικογένειά μου πλέον. Ό,τι κατάφερα, αν κατάφερα κάτι, το χρωστάω αποκλειστικά στο ταλέντο αυτών των ανθρώπων. Στην αφοσίωση και την αγάπη τους για το θέατρο. Τώρα, ως προς τη Δραματική Σχολή, πιστεύω πως αυτή είναι η μεγαλύτερη προσφορά της Ε.Θ. ΜΝΗΜΗ στα Χανιά. Ειλικρινά, είναι πολύ συγκινητική η παρουσία νέων ανθρώπων στις τάξεις της σχολής, που έρχονται εδώ, σ' αυτό το απόμακρο και άγονο σημείο της ελληνικής επικράτειας, να διδαχτούν θέατρο, όταν απέξω οι καφετερίες και τα μπαράκια στο παλιό λιμάνι της πόλης βοούν από ανθρώπους της ηλικίας τους και τη χαρά της ζωής.
Στην παράσταση που είδαμε πρόσφατα στην Αθήνα, "Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα", μου έκανε εντύπωση η υποκριτική αρτιότητα. Είχα συχνά την αίσθηση ότι είχατε παιδευτεί (σεις και οι ηθοποιοί, με τους οποίους νομίζω ότι πια είστε παλιοί γνώριμοι και συνεργάτες επί μακρόν) πάνω στις πιο μικρές υποκριτικές λεπτομέρειες, στην εκφορά του λόγου που είχε ένα σπαρακτικό αλλά ελεγχόμενο ρεαλισμό, στις σιωπές.
- Αν είχατε δει τις προηγούμενες παραγωγές μας, θα διαπιστώνατε, πιστεύω, και εκεί την ίδια εμμονή στα στοιχεία που σας έκαναν εντύπωση: την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια. Η εκτίμησή μας στην προσωπικότητα και τη λογοτεχνία του Αντόνιο Ταμπούκι έπαιξε ρόλο, μόνο ως προς την απόφασή μας να ανεβάσουμε στο θέατρο Κυδωνία κάτι δικό του. Από εκεί και μετά, τα κείμενα αντιμετωπίστηκαν με την ίδια μέθοδο και σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν τα κείμενα του Πίντερ ή του Μπέκετ. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τα κείμενα του Ταμπούκι δεν είναι γραμμένα για το θέατρο και έπρεπε να βρεθούν τρόποι παρουσίασής τους που να κρατάνε το ενδιαφέρον του θεατή, χωρίς αυτό να αποβαίνει σε βάρος του λόγου.
Γιατί η θεατρική σας ομάδα ονομάζεται «Μνήμη»; Σχετίζεται με τις δραματικές επιλογές σας που. δείχνουν έντονο πολιτικό προβληματισμό και μια τάση επικέντρωσης στο ζήτημα της υποκρισίας στις ανθρώπινες σχέσεις;
- Η έννοια της λέξεως «μνήμη» με συγκινούσε πάντα. Δεν εκλογίκευσα ποτέ αυτή την επιλογή μου και ούτε και τώρα θα το κάνω, γιατί δεν μ' αρέσει να λέω ψέματα. Αισθάνθηκα πως είχε νόημα για τις θεατρικές μου αναζητήσεις να ονομάσω έτσι τη θεατρική μου ομάδα και το έκανα. Ως προς τις επιλογές μου τώρα. ξέρετε δυσκολεύομαι πραγματικά να εντάξω όλη αυτή την παραγωγή σε κατηγορίες ή να μιλήσω για τάσεις και επίκεντρα. Εμένα αυτό που με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει είναι η ποιότητα του λόγου των κειμένων με τα οποία ασχολούμαι. Η ποίηση. Αυτή υπήρξε πάντα το ύψιστο κριτήριό μου. Η δεύτερη έγνοια μου ήταν πώς θα φτάσω σε μια παράσταση που δεν θα προδίδει το πνεύμα του συγγραφέα και θα μεταπλάθει την ποιητική αξία του λόγου σε όρους σκηνικής δράσης.
Ας έρθουμε στην συγκεκριμένη παράσταση: έχω την εντύπωση πως ο Ταμπούκι σας έχει απασχολήσει αρκετά. Τί σας έκανε να ασχοληθείτε ιδιαιτέρως μαζί του σε επίπεδο θεατρικής πράξης;
- Όπως εξηγώ και στο σημείωμα που έγραψα για την παράσταση της Αθήνας, με τον Αντόνιο Ταμπούκι ένοιωθα πολύ πριν τον γνωρίσω, από την εποχή που το ενδιαφέρον μου ήταν στραμμένο στην περίπτωση του Φερνάντο Πεσσόα, να με συνδέει ένα βαθύ αίσθημα φιλίας και ευγνωμοσύνης. Υπήρχε δηλαδή ένα έτοιμο έδαφος. Ασφαλώς όμως είχε καθοριστική σημασία η γνωριμία μου με τον μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη, γιατί η διαθεσιμότητα και η συμπαράστασή του έκαναν το δύσκολο αυτό εγχείρημα να φαίνεται προσιτό. Οφείλω μάλιστα να αναγνωρίσω πως η πρόταση αλλά και η σύνθεση των τριών ιστοριών πάνω στο φαινόμενο της τρομοκρατίας ήταν ιδέα του Ανταίου. Από κει και πέρα εμείς κάναμε απλώς τη δουλειά μας.
Διαπιστώνω μια ολοένα εντεινόμενη τάση -όχι μόνο στην ελληνική σκηνή- να ανεβαίνουν δραματοποιημένα πεζογραφήματα, ομολογουμένως με μια, συχνά, μεγάλη επιτυχία -καλλιτεχνικά μιλώντας πάντα. Συμβαίνει πράγματι κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη σας; Κι αν ναι, αποτελεί ένα άνοιγμα του θεάτρου ή δείχνει μια αδυναμία της δραματικής παραγωγής να εντάξει στις θεματικές σας τα σύγχρονα προβλήματα;
- Η ζήτηση του καλού και διεισδυτικού θεατρικού κειμένου είναι ασφαλώς μεγαλύτερη από την προσφορά. Φαντάζομαι ότι αυτό συνέβαινε πάντα, σ' όλες τις εποχές. Είναι φυσικό και νόμιμο το θέατρο σήμερα να δανείζεται κείμενα και ιδέες από τους συγγενικούς προς αυτό χώρους, όπως είναι ο χώρος της λογοτεχνίας. Εξάλλου, η ένταξη σύγχρονων προβλημάτων στη θεματική ενός θεατρικού έργου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το κείμενο αυτό έχει λογοτεχνική αξία. Μπορεί να πρόκειται απλώς για σκουπίδια. Αντίθετα, ένα κλασικό κείμενο μπορεί να ακούγεται σήμερα πολύ σύγχρονο! Το θέμα αυτό που θίγετε είναι πολύ σύνθετο. Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω πως αυτό που αποκαλέσατε «δραματική παραγωγή» είναι μια έννοια που θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ξανά στον τόπο μας - όταν τα κυκλώματα, οι γνωριμίες και οι παράγοντες του θεάτρου, θα μας έχουν κάνει τη χάρη να αφήσουν το πεδίο ελεύθερο.
Η παράσταση ήταν ένα σχόλιο πάνω στην τρομοκρατία. Το θέμα καίει από κάθε άποψη. Πιστεύετε στην πολιτική παρέμβαση της τέχνης;
- Δεν είμαι απ' αυτούς που βλέπουν την Τέχνη ως ένα είδος άμβωνα απ' όπου κάποιος διακηρύττει τις ιδέες του. Ξέρω ότι υπάρχουν τέτοιες απόψεις για την Τέχνη, όμως εγώ δεν είμαι οπαδός τους. Κατ' ουσίαν βέβαια η Τέχνη παρεμβαίνει στα κοινά αλλά όχι με αυτόν τον ευθύ και ξύλινο τρόπο. Έμμεσα, με την καλλιέργεια του πνεύματος, την όξυνση της κριτικής ικανότητας, την εκλέπτυνση των αισθημάτων. Το θέμα της τρομοκρατίας στα κείμενα του Αντόνιο Ταμπούκι είναι ένα πολιτικό θέμα. Όμως εμείς κάνουμε θέατρο και όχι πολιτική. Η πολιτική διάσταση θα υπήρχε ούτως ή άλλως στην παράσταση μέσω του λόγου. Το γνωρίζαμε όταν επιλέξαμε τα κείμενα και συμφωνούσαμε με την οπτική τους. Εμείς, ως σκηνοθέτης και ηθοποιοί εννοώ, έπρεπε να επαληθεύσουμε τις καταστάσεις που συναντήσαμε στα κείμενα: τον ωμό εκβιασμό ενός ανθρώπου από έναν απρόσωπο μηχανισμό καταστολής, τον πόνο της μάνας που η αστυνομία σκότωσε το παιδί της, τις αναμνήσεις μιας παρέας που χορεύει ερωτευμένη στο ρυθμό ενός τραγουδιού, χωρίς να φαντάζεται ότι οι στίχοι αυτού του τραγουδιού μιλούν για το μέλλον της. Αυτή ήταν η δική μας ευθύνη κι αν κάτι σας άρεσε στην παράστασή μας, αυτό ήταν το ψυχικό και ανθρώπινο περιεχόμενο που εμφυσήσαμε σ' αυτά τα πολιτικά κείμενα.
Η επόμενη δουλειά σας είναι, πληροφορούμεθα, ένα έργο του Μπέρνχαρτ, άπαιχτο στην Ελλάδα, "Ο αναμορφωτής του κόσμου". Ποιο είναι το θέμα του;
- Όπως συμβαίνει σε όλα τα έργα του Μπέρνχαρτ το θέμα είναι μόνο η αφορμή για να μιλήσει. Το πρόσχημα. Τα ουσιαστικά πράγματα τα λέει παρεμπιπτόντως, πλαγίως. Αυτός είναι και ο λόγος που η γραφή του είναι τόσο οξεία και το χιούμορ του τόσο καυστικό. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως σχεδόν δεν έχει καμιά αξία να διηγηθείς το θέμα ενός έργου του Μπέρνχαρτ, γιατί κινδυνεύεις να αφήσεις απέξω όλη την ουσία. Ας πούμε λοιπόν πως το έργο αυτό μιλά για την προετοιμασία μιας τελετής, κατά την οποία η πολιτεία βραβεύει έναν μισοπαράλυτο, κουφό και άρρωστο φιλόσοφο, ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο διδάκτορα του τοπικού Πανεπιστημίου, λόγω της διεθνώς αναγνωρισμένης και μεταφρασμένης σε 38 γλώσσες πραγματείας που έχει γράψει, με θέμα την αναμόρφωση του κόσμου. Ο ίδιος κάθεται μέσα στο σπίτι του, στην αγαπημένη του πολυθρόνα και προστάζει τη συμβία του να φροντίσει για όλα τα θέματα που σχετίζονται με την τελετή, μια που λόγω της αναπηρίας του, την οποία ο ίδιος επικαλείται κατά πως τον συμφέρει, αδυνατεί να μετακινηθεί μέχρι την αίθουσα του Πανεπιστημίου, όπου θα έπρεπε κανονικά να γίνει η βράβευση. Ο Αναμορφωτής του Κόσμου (1980), ο οποίος από καιρό δεν πιστεύει πια στην αναμόρφωση του κόσμου μέσω της φιλοσοφίας («Μπορούμε να αναμορφώσουμε τον κόσμο/μόνον εξαλείφοντάς τον»), ενσαρκώνει όσο καμιά άλλη δραματική φιγούρα του Μπέρνχαρτ τις τραγικές και άκρως κωμικές αντιφάσεις που θεματοποιεί το έργο του συγγραφέα (1931-1989). Εδώ όμως συνειδητοποιώ τη ματαιότητα της διήγησής μου, κυρία Τριανταφύλλου, και σας προσκαλώ, εφόσον το επιθυμείτε βέβαια, να επισκεφθείτε τον Φεβρουάριο τα Χανιά, για να παρακολουθήσετε μία από τις παραστάσεις του έργου και εκεί να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας. Θα χαρούμε να σας φιλοξενήσουμε.
Η συνέντευξη στη Μαρώ Τριανταφύλλου δημοσιεύτηκε
στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ στις 27 Νοεμβρίου 2005
Επιστροφή
|