Με ορμή από τα Χανιά και τα Εξάρχεια
Δύο μονόλογοι εξαιρετικοί, απολαυστικοί και ένας μονότονος
Τρεις μονόλογοι ή σχεδόν μονόλογοι. Ένας από την Κρήτη («Ο Αναμορφωτής του Κόσμου» του Τόμας Μπέρνχαρντ, Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη Χανιά, σκηνοθεσία Μιχάλης Βιρβιδάκης), ο δεύτερος από το προαύλιο του σπιτιού του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στα Εξάρχεια («Καρδιά με Κόκαλα» με την ομάδα «Όχι παίζουμε») και ο τρίτος από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου («Μήδεια» της Κρίστα Βολφ σε σκηνοθεσία Στέφανου Κοτσίκου).
Η πλέον ενδιαφέρουσα και πιο ολοκληρωμένη παράσταση με υλικό το έργο του στοχαστικού Aυστριακού μεγαλο-γκρινιάρη του νεότερου ευρωπαϊκού θεάτρου, ήταν αυτή στο θέατρο Κυδωνία στα Χανιά. Παρ' όλο που ο Τόμας Μπέρνχαρντ έγραψε -το 1979- τον «Αναμορφωτή του Κόσμου» έχοντας υπ' όψη του τον μαύρο κι άραχλο πεσιμιστή αλλά πάντοτε ισχύοντα Γερμανό φιλόσοφο Σοπενχάουερ, το κείμενό του σπινθηρίζει από ένα εύστροφο χιούμορ το οποίο, στην εξίσου εύστροφη σκηνοθεσία του Μιχάλη Βιρβιδάκη, που υποδύεται και τον μονολογούντα «αναμορφωτή», αποδεικνύεται απολαυστικό. Η γλώσσα του Τ. Μπέρνχαρντ, με τις έντεχνες αρρυθμίες της, τις επιτηδευμένες επαναλήψεις της και, κυρίως, με την απόλυτη περιφρόνηση για οποιοδήποτε συντακτικό, τελείες και κόμματα, απειλεί έτσι κι αλλιώς οποιονδήποτε μεταφραστή καταπιαστεί μαζί της. Στην περίπτωσή μας, όμως, ο Ζήσης Σαρίκας πέτυχε ένα γνήσιο μεταφραστικό άθλο. Εντυπωσιακός ήταν και ο χειρισμός των σημαδιακών παύσεων από τον σκηνοθέτη-ερμηνευτή. Σπάνια έχω δει τέτοιες σιωπές που μιλάνε τόμους, σαν κι αυτές της -σχεδόν- βουβής συντρόφου του «αναμορφωτή», της Νίκης Μιχαλούδη. Μια παράσταση που θα έπρεπε να τη δει κι η Αθήνα. Ο μουσικός Τάσος Καγιάς μ' εντυπωσίασε με το έργο του για πιάνο «Tango Tita» όσο και ο Κώστας Δαλακούρας, που έγραψε τη μουσική για το «Καρδιά με Κόκαλα» στα Εξάρχεια.
Από τις τρεις παραστάσεις, ο «Αναμορφωτής του Κόσμου» από τα Χανιά παίρνει 9 (εννέα), η εξαρχειώτικη «Καρδιά με Κόκαλα» 8 (οκτώ) και η κυπριακή «Μήδεια» κάτω από τη βάση.
Κριτική: Σπύρος Παγιατάκης
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11/06/06
Τόμας Μπέρχαρντ
Ο Αναμορφωτής του κόσμου
Από την Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ
(Θέατρο Τέχνης, Φρυνίχου)
[...]
Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης έστησε μια παράσταση λιτή, απέριττη, υποβλητική. Ο λόγος του Μπέρνχαρντ -σε πολύ ωραία ελληνικά από τον Ζήση Σαρίκα, που φιλοτέχνησε θεατρικότατη μετάφραση- κατέβαινε στην πλατεία ζωντανός, χυμώδης, ολόκληρος και εγκλώβιζε τον θεατή στο ρυθμό του, υποχρεώνοντάς τον να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή, σε εγρήγορση τις αισθήσεις του. Ο σκηνοθέτης ανέδειξε το έργο «παίζοντας» αδιόρατα αλλά ουσιαστικά με μερικά ζευγάρια αντιθέσεων, όπως η ακινησία του Αναμορφωτή και η κίνηση της υπηρέτριας από τη μια, με την ακατάσχετη φλυαρία του ήρωα και την σιωπή της γυναίκας, από την άλλη. η περιορισμένη μιμική του προσώπου του Αναμορφωτή και τα πλούσια ηχοχρώματα της φωνής σε χαμηλούς τόνους, από τη μια, και η εκφραστικότητα του προσώπου της γυναίκας, που μιλά ελάχιστα σε όλο το έργο, οι χώροι που σημαίνονται με φως και όσοι μένουν επίμονα στη σκιά, δημιουργώντας ένα εδώ και ένα εκεί -όχι μόνο με χωρικές αλλά και με χρονικές υποδηλώσεις- που ποτέ δεν είναι απόλυτα προφανές ποιο είναι τι. η επιλογή της κούκλας στη θέση ηθοποιών που θα υποδύονταν τους πανεπιστημιακούς που τον επισκέπτονται, όχι μόνο για το προφανές του συμβολισμού αλλά και για το παιχνίδι πραγματικού και φανταστικού, ζωντανού και απονεκρωμένου, δημιουργικού και τελματωμένου.
Ο σκηνοθέτης επωμίστηκε τον κεντρικό ρόλο και απέδωσε στέρεα τον ήρωα του Μπέρνχαρντ, με λιτότητα εκφραστικών μέσων, χωρίς υπερβολές -στις οποίες υποπίπτουν συχνά οι ηθοποιοί, όταν ερμηνεύουν πρόσωπα μεγάλης ηλικίας, με παραξενιές συμπεριφοράς, «υπερηρωδίζοντας τον Ηρώδη», για να θυμηθούμε τις σοφές οδηγίες του Άμλετ, έτσι που «καλύπτουν» τον χαρακτήρα με τον «θόρυβο» της ερμηνείας. Εδώ, αντιθέτως, το πρόσωπο αποκαλυπτόταν και έπαιρνε τις διαστάσεις που έπρεπε πάνω στη σκηνή (ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο): χαρακτήρας και σύμβολο την ίδια στιγμή. Ο Βιρβιδάκης άνοιγε πόρτες που οδηγούσαν στο ερεβώδες υποσυνείδητο, στις υπόγειες προθέσεις. Από την ερμηνεία έβγαινε ένα γλοιώδες μεγαλείο και μια ηδονική γελοιότητα. Ωστόσο, η ερμηνεία δεν θα μπορούσε να ήταν τόσο αποτελεσματική, αν δεν είχε υποστηριχτεί, αν δεν είχε κυριολεκτικά ακουμπήσει στην ερμηνεία της Νίκης Μιχαλούδη, στο ρόλο της γυναίκας που φροντίζει τον κεντρικό ήρωα. Πολύ εκφραστικό πρόσωπο, ωραία λιτή κίνηση, απέδωσε πολύ καλά αυτήν την καταπιεσμένη γυναίκα, που ανέχεται τα καπρίτσια του Αναμορφωτή, υφίσταται προσβολές και ακυρώσεις, είναι εξαρτημένη ποικιλοτρόπως από αυτόν, αλλά και ταυτόχρονα τον κυριαρχεί, ο Αναμορφωτής εξαρτάται από αυτήν. Η γυναίκα αυτή αποτελεί την είσοδο του πραγματικού κόσμου των αληθινών ανθρώπων, στη σκηνή. Έφτιαξε, λοιπόν, ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό πλαίσιο που έδινε δημιουργικές πάσες στον πρωταγωνιστή.
Η Τατιάνα Τζιάκη και ο Γιάννης Βιολάκης χειρίστηκαν ωραία τις μαριονέτες, που κατασκεύασε για την παράσταση η Αριάδνη Νόβακ, ενώ την διδασκαλία της κίνησής τους έκανε στους δυο ηθοποιούς ο Παύλος Νόβακ.
Μαρώ Τριανταφύλλου
Η ΕΠΟΧΗ, 16/7/2006 |