ΚI OMΩΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ

Λεωνίδα Κακάρογλου - Μιχάλη Βιρβιδάκη:

«Τζάμια φιμέ»

Του Δημήτρη Αντωνακάκη

 

Θα 'ρθει μια μέρα που δε θα χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια...
Μανόλης Αναγνωστάκης

 

Εκείνες οι μέρες που σημαδέψανε τις εκδηλώσεις για την επέτειο των 12 χρόνων από την ίδρυση του Κ.Α.Μ. συνέπεσαν με την παρουσίαση από την Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη της ποίησης του Λεωνίδα Κακάρογλου σε μια παράσταση με τον τίτλο «Τζάμια Φιμέ».
Δεν είμαι λογοτεχνικός κριτικός για να κρίνω την ποίηση του Λεωνίδα Κακάρογλου, που προσωπικά με παρασύρει σε χρόνια πολύτιμα περασμένα και σε αγωνίες για το αύριο, ούτε θεατρικός κριτικός για να αξιολογήσω τη θεατρικότητα της προβολής τους από τον Μιχάλη Βιρβιδάκη, που μαζί με την Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη, με καθήλωσαν επί μιάμιση ώρα στο μαγικό χώρο του θεάτρου Κυδωνία.
Εξωθούμαι όμως να γράψω αυτό το κείμενο, γιατί πιστεύω ότι δεν επιτρέπεται να συμβαίνουν παρόμοια σημαντικά γεγονότα στα Χανιά και να μην αντιδρά δημόσια κανείς, να μην γίνεται αντικείμενο συζήτησης αυτή η σπουδαία, πρωτότυπη και ανιδιοτελής προσπάθεια.

 

«Αλίμονο στην πόλη που το όνομα της δεν συνδέεται
με τους ανθρώπους του πνεύματος
που την κατοικούν ή την κατοίκησαν».

 

Με αυτό τον αφορισμό υποδέχθηκε ο Μιχάλης Βιρβιδάκης τους δημοσιογράφους στη συνέντευξη Τύπου που τους παραχώρησε πριν από τις σχετικές παραστάσεις αυτής της παρουσίασης.
Αφορισμό που προβάλλει την αγωνία ενός ευαίσθητου ανθρώπου - πολίτη που αντιμετωπίζει κι αυτός χρόνια τώρα την αδιαφορία της ελληνικής πολιτείας και των φορέων που την εκπροσωπούν σ' αυτή τη σημαντική προσπάθεια, στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του.
Έχω κι άλλοτε επισημάνει τη σημασία και το νόημα της πρωτοβουλίας που πήρε ο Μιχάλης Βιρβιδάκης να εγκαταλείψει μια ανερχόμενη καριέρα στην Αθήνα και να στήσει εδώ κάτω στα Χανιά, μακριά από τα ''κέντρα'', μια σχολή θεάτρου και να δουλέψει με τους μαθητές του, προβάλλοντας στην πόλη ό,τι πιο σύγχρονο και ριζοσπαστικό παράγεται σήμερα στο διεθνή χώρο του θεάτρου, με άρτιες παραστάσεις που πολύ συχνά προσεγγίζουν την προσωπική ακτινοβολία μιας σπάνιας προσωπικότητας σκηνοθέτη.

Υπερβολή; Όχι.

Γιατί όσοι παρακολουθούν τις παραστάσεις στο Θέατρο Κυδωνία, ένα χώρο που κρατά μια απίστευτη ισορροπία ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο χαρακτήρα, πλουσιοπάροχα απλό και ταυτόχρονα ''φτωχικό'' χώρο που δημιούργησε ο ίδιος για την πόλη του, δεν θα μπορούν να ξεχάσουν παραστάσεις, όπως την Ολεάνα του David Mamet ή To Τέλος του Παιχνιδιού του Samuel Becket ή Το Βρακί του Karl Sternheim ή το Πριν την αποχώρηση του Tomas Bernhard για να αναφέρω μόνο κάποιες από τις θαυμάσιες, αξέχαστες παλιότερες παραστάσεις.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, μήπως ο Μιχάλης Βιρβιδάκης είναι μια προσωπικότητα για τα Χανιά σαν αυτό που ήταν πριν από μισό αιώνα ο Κουν για την Αθήνα;

Μόνο που τα χρόνια τότε ήταν διαφορετικά και γύρω από τον Κουν γρήγορα συσπειρώθηκαν οι ''άνθρωποι του πνεύματος'' που ζούσαν στην Αθήνα και τον στήριξαν με κριτικές, με μεταφράσεις, με σκηνογραφίες, με μουσική -μιλάμε για την δεκαετία του '50 και του '60-.

Και να μην ξεχνάμε παρόλα αυτά, πόσες δυσκολίες πέρασε τότε το Θέατρο Τέχνης και πόσο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι οι μαθητές του Κουν συσπειρωμένοι γύρω από το δάσκαλο τους στήριξαν αυτή την προσπάθεια με αυτοθυσία, ταπεινοφροσύνη και σεβασμό και ότι από αυτή τη σχολή προέκυψαν σιγά σιγά και διακριτικά τόσα καινούρια πρόσωπα στη θεατρική σκηνή του τόπου, που δεν ξεχνούν ακόμα και τώρα τι οφείλουν στο μεγάλο δάσκαλο.

Βίοι παράλληλοι, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, τόπου χρόνου και κοινωνικού περιβάλλοντος. Ας είναι...

Έρχεται, λοιπόν, τώρα η Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη και κάνει ένα ακόμα δύσκολο βήμα, επιχειρώντας να γνωρίσει στο χανιώτικο κοινό τους ποιητές που κατοικούν στην πόλη.

 

«Γιατί η ποίηση δεν είναι τρόπος να μιλήσουμε
αλλά ο καλλίτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας»
Μανόλης Αναγνωστάκης

 

Εγχείρημα δύσκολο και επικίνδυνο, με παραστάσεις που είχα την τύχη να παρακολουθήσω, παραστάσεις που πρόσφεραν στιγμές εξαιρετικής ευφορίας πριν ένα χρόνο μέσα από τα έργα αυθεντικής μοναξιάς του Γιώργη Μανουσάκη και πριν λίγες μέρες μέσα από τη σκοτεινή ποίηση του Λεωνίδα Κακάρογλου.

Βραδιές δύσκολες, γιατί δεν είχαν στόχο τη διασκέδαση αλλά την Ψυχαγωγία  δηλαδή την καλλιέργεια, την ενδοσκόπηση και τη γνωριμία με τις ευαίσθητες προσωπικότητες που ζουν, χαίρονται και υφίστανται όσα ζούμε όλοι, αλλά που επιχειρούν να τα εκφράσουν και για μας, να τα φέρουν στο φως για να τα σκεφτούμε και να ενταχθούμε σε ένα κύκλο που αναζητά τα κοινά ερωτήματα κι αγωνιά για κοινές απαντήσεις.

Σε μια συνέντευξη του ο Ντάριο Φο πριν κάμποσα χρόνια είχε πει ότι: «το ποιοτικό θέατρο είναι το θέατρο που σε κάνει να θυμώνεις».

Να θυμώνεις γι' αυτά που ξέρεις ότι συμβαίνουν και όλοι κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε. Να θυμώνεις με αυτούς που έχουν την εξουσία και άρα την μεγαλύτερη ευθύνη, και οδηγούν σε αυτά που σου δείχνουν μέσα από το θέατρο, τη μοναξιά, το αδιέξοδο, την απουσία ελπίδας. Αυτά που μπορεί μόνο το θέατρο να παρουσιάσει, καθώς οι άλλες τέχνες διατυπώνουν εκείνα που βλέπουν με άλλους όρους, και δεν μπορούν με παρόμοιο τρόπο να τα πουν.

Αν δούμε τα πράγματα με αυτή τη λογική το θέατρο δεν είναι ''διασκέδαση''. Η ''διασκέδαση'', είπε σε μια συνέντευξή του ο Φίλιπ Γκλας, ''επιδιώκει την απόδραση από την καθημερινότητα, ενώ η τέχνη επιδιώκει τη μεταμόρφωση της καθημερινότητας''. Δεν μπορούμε λοιπόν να είμαστε συνεχώς φυγάδες, όταν μας προσφέρεται η δυνατότητα να μεταμορφωθούμε. Κι αυτή τη δυνατότητα μας προσφέρει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και οι συνεργάτες του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να μας δείξουν τα προβλήματα της εποχής μας, να μας βοηθήσουν να τα κατανοήσουμε, και επιτέλους ν' αντιδράσουμε.

Γι' αυτό και οι παραστάσεις τους δεν είναι παραστάσεις απόδρασης, αλλά παραστάσεις πολλές φορές οδυνηρές, που μας καλούν να σκεφτούμε και μας δείχνουν ένα τρόπο να δούμε τον κόσμο. Να δούμε τι μας ενοχλεί. Να δραπετεύσουμε από την καθημερινότητα και να γίνουμε κάτι που δεν ήμαστε πριν.

Κι αυτό το πραγματοποιεί χρόνια τώρα αυτή η ομάδα ''με λογισμό και με όνειρο'', που έγραψε ο Σολωμός, αλλά και με ''πολύ πείσμα'', όπως συμπλήρωσε πριν χρόνια ο Φίλιππος Ηλιού, αναδεικνύοντας τη συμβολή των ανθρώπων του πνεύματος που κατοικούν στα Χανιά στην οικοδόμηση μιας κοινότητας που να αντιστέκεται στη στασιμότητα και να επιχειρεί ν' απαλλαγεί από τις ανισότητες, την υποκρισία, τις ιδιοτέλειες και τις στρεβλώσεις από τις οποίες όλοι υποφέρουμε.

Αυτή τη φωτεινή χαραμάδα ελπίδας επιχειρούν να διευρύνουν με ανιδιοτέλεια, πολύ κόπο και πολύ δουλειά οι φίλοι της εταιρείας Θεάτρου Μνήμη.

Είναι ένα δώρο στην πόλη που οφείλει να τους το αναγνωρίσει.

Αθήνα 18 Ιουνίου 2008

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ  «ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» ΤΗΝ 1. 7. 2008

Τζάμια φιμέ (για προστασία από το εκτυφλωτικό φως)

Η εταιρεία θεάτρου Μνήμη παρουσίασε για λίγες μέρες στις αρχές Ιουνίου στο θέατρο Κυδωνία μια παράσταση βασισμένη σε κείμενα του Χανιώτη ποιητή Λεωνίδα Κακάρογλου. Από πολύ παλιά οι άνθρωποι του θεάτρου ενδιαφέρονταν για την ποίηση. Καθώς μάλιστα σωστά θεωρούσαν ανέκαθεν τον λόγο ως το πιο ουσιαστικό μέρος της θεατρικής πράξης, έχουν θεσπίσει την ερμηνεία ποιημάτων ως βασική δοκιμασία των υποψηφίων για την εισαγωγή στις σχολές θεάτρου. Αυτή είναι άλλωστε η τρίτη κατά σειρά παράσταση που βασίζεται σε κείμενα Χανιωτών ποιητών, μετά το αφιέρωμα στην Ελένη Μαρινάκη και στο Γιώργη Μανουσάκη που σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και παρουσίασε με την ομάδα του.

Οι συντελεστές της εταιρείας θεάτρου Μνήμη δεν αρκούνται στην ερμηνεία των ποιημάτων του Κακάρογλου παρά το γεγονός ότι τα αποδίδουν εξαιρετικά. Διότι από μόνη της η ερμηνεία, μολονότι απαιτητική και δύσκολη, θα έκανε την παράσταση μια ποιητική βραδιά. Η φιλοδοξία όμως του σκηνοθέτη της εταιρείας θεάτρου Μνήμη φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερη: επιθυμεί ξεκάθαρα να συνθέσει τις ερμηνείες των ποιημάτων του Κακάρογλου και να τις παρουσιάσει υπό μορφή θεατρικής παράστασης.

Όπως αναφέρει ο Σ. Ν. Φιλιππίδης στο κείμενο του προγράμματος «Όνειρα, χρόνος και νερό», τα ποιήματα του Λεωνίδα Κακάρογλου αφορούν στον θάνατο, στα όνειρα, στη μνήμη, στην αγωνία και στα ίχνη της παρουσίας και απουσίας αγαπημένων προσώπων. Τα πανανθρώπινα αυτά θέματα ο Κακάρογλου τα χειρίζεται με λιτότητα και συντομία, με σαφήνεια, αξιοπρέπεια και αυτοσυγκράτηση. Η ποίησή του έχει κάτι από τον αντι-ηρωισμό του Καβάφη: τελείται ως ένα μουρμουρητό το οποίο όμως βρίσκει με καίριο τρόπο τη στοχοθεσία του, επικεντρώνοντας στο ουσιώδες. Τα ποιήματα του Κακάρογλου είναι σαν ψήγματα στοιχειωδών, προσωπικών ομολογιών και αφηγήσεων με υψηλή συμπύκνωση, σα να θέλουν να σεβαστούν τον πολύτιμο χρόνο του αναγνώστη. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο έως αδύνατο να φανταστεί κανείς πώς τα λυσιτελή αυτά ψήγματα θα μπορούσαν να γίνουν θεατρική πράξη, αφού αυτή η τελευταία, ως γνωστόν, απαιτεί αφήγηση με συνέχεια, ροή και χαρακτήρες.

Το στοίχημα να κάνει θέατρο με τα ποιήματα του Κακάρογλου, το επωμίζεται με πολύ αγάπη κι έμπνευση ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και ίσως γι' αυτό να αφιερώνει την παράσταση στον πρόσφατα αποδημήσαντα Χανιώτη ποιητή Γιώργη Μανουσάκη. Χωρίς επέμβαση στα ίδια τα ποιήματα του Κακάρογλου, διατηρώντας τις ιδιότητές τους και ενίοτε μάλιστα τονίζοντάς τις στο έπακρο, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Μιχάλης Βιρβιδάκης και η σύντροφός του, στη σκηνή, Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη, εκφέρουν μετρημένα, σοβαρά, λιτά και χωρίς εξπρεσιονιστικές υπερβολές τον λόγο του Κακάρογλου. Τη συνέχεια που το θέατρο απαιτεί κι ο σκηνοθέτης αδυνατεί να εξασφαλίσει από το κείμενο, επιδιώκει να την αντλήσει από την κίνηση, το φως και τη γενικότερη εικαστική σύλληψη της παράστασης. Έτσι αναδεικνύει και τονίζει ως υλικό της αφήγησής του τα ίδια τα θεατρικά μέσα, με τον πλέον ρητό και προφανή τρόπο, κάνοντας την παράσταση στοχασμό πάνω στην ίδια της τη δυνατότητα. Έχοντας ως σκηνικά μόνο δύο μικροφωνικές στήλες και την ίδια την άδεια σκηνή, οι δύο ηθοποιοί παρασέρνουν τους θεατές σε ένα αέναο ταξίδι εξερεύνησης της θεατρικότητας και των συνθηκών της, δείχνοντας με τις συνεχείς εναλλαγές να βασίζονται σε ψηφιακά μέσα, χωρίς όμως, στην πραγματικότητα, να συμβαίνει αυτό. Η περιδιάβαση στα ποιήματα του Κακάρογλου αποδίδεται ως μια περιπέτεια και αναλύεται σε κίνηση που εξερευνά το πάτωμα και τη σκηνή, τους τοίχους με την αδρή τους επιφάνεια που αποκαλύπτεται με τον κατάλληλο φωτισμό, την πόρτα του θεάτρου η οποία ανοίγοντας αφήνει λίγο από τον κήπο να φανεί και τέλος το ίδιο το σώμα του ηθοποιού σε διαφορετικές στάσεις. Η εντύπωση της συνέχειας υποβάλλεται με μη λεκτικό τρόπο ως μια μινιμαλιστική περιδιάβαση στα ίδια τα σκηνικά και θεατρικά μέσα με τον ίδιο τρόπο που ο Robert Wilson αναστοχάζεται το θέατρο, έχοντας βέβαια σαφώς μεγαλύτερο οικονομικό προϋπολογισμό. Η θεματοποίηση σκηνικών και θεατρικών μέσων γίνεται συστηματικά και ως εκ τούτου εξασφαλίζει την εποπτεία της ροής για τον θεατή. Η σωματικότητα και λεκτική εκφορά των ηθοποιών των οποίων οι εναλλακτικές εκδοχές εξερευνώνται στο έπακρο, συμβάλει στον καθορισμό δύο στοιχειωδών χαρακτήρων.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει σε δύο επιπλέον στοιχεία της παράστασης. Πρώτον το ιδιαίτερα επιμελημένο φως το οποίο στη λιτή και σχεδόν φορμαλιστική αναζήτηση προσθέτει υπερβατικότητα και θυμίζει στους θεατές ότι έχουν να κάνουν με ποίηση η οποία, από την εποχή του Πλάτωνα, είναι γνωστό ότι αντανακλά με ιδιαίτερο τρόπο τα πράγματα. Το δεύτερο στοιχείο, όχι κατά σειρά προτεραιότητας ή ιεραρχίας, είναι η εξαιρετική μουσική επιμέλεια της Λίλας Τρουλινού η οποία πότε υποβάλει τη συγκέντρωση, πότε ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, πότε βοηθά τις μεταβάσεις από τον ένα υπαρξιακό τόνο στον άλλο, επιστρατεύοντας, με ένστικτο και γνώση, κομμάτια από Richard Wagner μέχρι ροκ.

Συμπερασματικά η εν λόγω παράσταση της εταιρείας θεάτρου Μνήμη δεν έχει τίποτα το περιττό. Είναι τόσο λειτουργικά δεμένη ώστε αν αφαιρέσει κανείς οποιοδήποτε από τα συστατικά της μέρη, θα μειώσει την αξία του όλου. Από την απαγγελία ποίησης στις παρυφές του θεάτρου, ο Μιχάλης Βιρβιδάκης δίνει μαθήματα θεατρικής πράξης, προτρέποντάς μας να σκεφτούμε τι είναι το θέατρο όταν περιορίζεται στα ελάχιστα και πιο αναγκαία του μέρη.

Για την πόλη μας το εγχείρημα στο θέατρο Κυδωνία έχει μια πρόσθετη σημασία, διότι συγκροτεί ένα εφαλτήριο το οποίο ανανεώνει τη σχέση μας με το έργο ενός από τους σημαντικότερους ποιητές της, εγκαλώντας μας να ξανα-ανακαλύψουμε την πόλη μέσα από τους μύχιους, προσωπικούς στοχασμούς ενός κατοίκου της. Η ποίηση πολλές φορές κατηγορήθηκε ότι παραμορφώνει τα πράγματα παρέχοντας στους κοινωνούς της ένα ουτοπικό άσυλο από την τύρβη της ζωής και της πραγματικότητας. Μάλλον όμως τελικά βλέπει κανείς καλύτερα τον τόπο του, τους άλλους και τον εαυτό του, μέσα από τα φιμέ τζάμια της ποίησης που προστατεύουν από το εκτυφλωτικό φως της καθημερινότητας.   

Δρ. Κωνσταντίνος Β. Πρώιμος, Διδάσκων φιλοσοφίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και κριτικός τέχνης

Υ. Γ. Οι φίλοι του θεάτρου μπορούν να δουν την παράσταση Τζάμια φιμέ όταν επαναληφθεί,τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» ΤΗΝ 25. 7. 2008

Επιστροφή