Ο Τζον Κλάνσυ μιλάει για «Το Συμβάν»

 

Έγραψα «το Συμβάν» με πολύ κακές διαθέσεις στο μυαλό μου. Έχοντας απηυδήσει να βλέπω συνεχώς απαίσιους μονόλογους στο Φριντζ Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το καλοκαίρι του 2008, αποφάσισα να γράψω ένα έργο που θα έκοβε δια παντός την όρεξη του θεατή γι αυτό το είδος θεάτρου. Είχα αποφασίσει να κατακεραυνώσω την κοινοτυπία, την υποκρισία και την  φιλάρεσκη έπαρση του σολίστα παρουσιαστή, τις αυτοβιογραφικές υπερβολές και όλες τις άλλες συμβάσεις αυτού του ψυχοφθόρου και πανταχού παρόντος θεατρικού ολισθήματος, που μας τρώει το χρόνο, γνωστού σε όλους ως «Οne Man Show».

Αυτό όμως που κατέληξα να γράψω βγήκε εντελώς διαφορετικό.

Έπιασα τον εαυτό μου να θαυμάζει το κουράγιο του ανώνυμου παίχτη και τη βαθειά δυσκολία της θέσης του: κολλημένος πάνω στη σκηνή, μονάχος, μπροστά σε μια αίθουσα γεμάτη από άγνωστους ανθρώπους, με μοναδικό όπλο τις λέξεις που έχει αποστηθίσει και τις χειρονομίες που του έχουν υπαγορεύσει. Του είχα στερήσει χαρακτηριστικά, παρελθόν, ιστορία ή πλοκή, και του ανάθεσα να κρατάει από μόνος του συνεχώς ζωντανό το ενδιαφέρον των θεατών και να κάνει το συμβάν να προχωράει.

Έτσι, χωρίς πλοκή, χωρίς οποιαδήποτε ψευδαίσθηση που θα γέμιζε τη σκηνή, και κρατώντας διαρκώς σε εγρήγορση τη δυσπιστία, βρέθηκα να απευθύνομαι άμεσα και απλά σ' αυτούς τους άγνωστους, που τους φανταζόμουνα να κάθονται μελλοντικά σε κάποια αίθουσα και να παρακολουθούν τον καημένο τον ηθοποιό μου να παίζει το ρόλο του. Τόσο άμεσα και απλά, και πιστεύω, τόσο ειλικρινά, όσο δεν έχω γράψει ποτέ στο παρελθόν και σε κανένα από τα προηγούμενα έργα μου.

Πρόκειται για ένα παράξενο θεατρικό έργο κι ακόμα και σήμερα δεν έχω ιδέα πώς λειτουργεί ή γιατί έχει επιτυχία, μετά όμως από πολυάριθμες παραστάσεις σ' όλον τον κόσμο, έχω πεισθεί ότι το έργο έχει κάτι να πει στον καθένα μας, ακόμη κι αν τελικά είναι ένα One Man Show.

Επιστροφή