ΘΕΑΤΡΟ
«Αργύρης Χιόνης - Ακίνητος στου
ποταμού την κοίτη»
Παράσταση για μια ταινία και έναν
ηθοποιό
Στο θέατρο «Κυδωνία»
|
|
Γράφει η Αγγελική
Καραθανάση
|
Η πόλη μας έχει την τύχη και φέτος να γίνει μέτοχος
της ποιητικής δημιουργίας του Αργύρη Χιόνη χάρη στις παραστάσεις της
Εταιρείας Θεάτρου «Μνήμη» στο θέατρο «Κυδωνία». Κάθε Παρασκευή Σάββατο
Κυριακή, μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Μιχάλης
Βιρβιδάκης επιχειρεί, πετυχημένα κατά τη γνώμη μου, μια κινηματογραφική
προσέγγιση της ποίησης του Αργύρη Χιόνη.
Το θέατρο «Κυδωνία» είχε παρουσιάσει και
παλιότερα (Μάης 2009) στο χανιώτικο κοινό ένα δίπτυχο αφιέρωμα στο
θεατρικό και ποιητικό έργο του Χιόνη («Το μήνυμα», φάρσα σε 4 εικόνες και
«Βροχή δωματίου», δυο παντομίμες και τριανταδύο ποιήματα).
Η φετεινή, σχεδόν σαραντάλεπτη, παράσταση
που ανέβηκε για πρώτη φορά, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Φιλίππων Θάσου, στο
Κάστρο της Καβάλας την 1η Αυγούστου 2012, βασίζεται σε εικοσιδύο ποιήματα
από τις ποιητικές συλλογές «Στο υπόγειο» και «Η φωνή της σιωπής». Τα
ποιήματα έχει επιλέξει και ερμηνεύει ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
Τα ποιήματα της παράστασης θεματικά
περιστρέφονται γύρω από καίρια θέματα, με εστίαση στα εξής: Στο χρόνο που
περνά αδίστακτος και που «δεν έχει χέρια, γι’ αυτό κανένας δε μπορεί να
του ξεφύγει». Στο θάνατο που ενεδρεύει παντού κι ας φαίνεται «ήρεμο το
τοπίο στο βάθος». Στις ανθρώπινες σχέσεις που κινδυνεύουν να διαλυθούν,
αν δεν υπάρχει ανοχή, γι’ αυτό ο ποιητής παροτρύνει «ποτέ σου μην κοιτάς
από κοντά/ό,τι κοντά σου θέλεις να κρατήσεις». Την αξία της ποίησης, (θα
έλεγα γενικότερα της τέχνη και της πνευματικής δημιουργίας), το μόνο
αγαθό που δίνει νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη, «Έγραψα ποιήματα, έγραψα
ποιήματα […] μόνον αυτό» φωνάζει πεισμώνοντας ο ποιητής στα «Μικρά
διεστραμμένα πνεύματα» που τον ρωτούν επίμονα «Τι έκανες, τι έκανες, πες,
στη ζωή σου τι έκανες;».
Τα ποιήματα προσεγγίζονται με ένα πρωτότυπο
οπτικοακουστικό, κινηματογραφικό, τρόπο. Και δεν πρόκειται για μεταφορική
έκφραση. Ο θεατρικός σκηνοθέτης (Μιχάλης Βιρβιδάκης) συνεργάστηκε με τον
κινηματογραφικό σκηνοθέτη (Σταύρο Ψυλλάκη) άψογα, όπως φαίνεται από το
αποτέλεσμα: οι θεατές νιώθουν αισθητική χαρά και μέθεξη στην ποιητική
μυσταγωγική ατμόσφαιρα που δημιουργείται.
Ο Χανιώτης κινηματογραφιστής, γνωστός από τα
ντοκιμαντέρ του, και ιδιαίτερα από εκείνο για την Α.Β.Ε.Α. («Ο πηγμένος
χρόνος»,2001) και από το τελευταίο, μεγάλου μήκους, για τους αντάρτες της
Κρήτης («?λλος δρόμος δεν υπήρχε», 2009), βραβευμένο το 2010, επισκέφτηκε
μετά το θάνατο του Χιόνη το μικρό χωριό Θροφαρί Κορινθίας, όπου εκείνος
ζούσε τα τελευταία είκοσι χρόνια, και κινηματογράφησε με ευαισθησία το
τοπίο κυρίως, ελάχιστα, προφανώς σκόπιμα, τα λίγα σπίτια του χωριού και
εκείνο στο οποίο ο ποιητής περνούσε τη μοναχική ζωή του και έγραφε.
Ο φακός προτιμά να εστιάζει στη «νεκρή φύση»
γιατί έτσι αποτυπώνεται καλύτερα η απομόνωση, στην οποία είχε αποφασίσει
να ζει ο ποιητής. Γι’ αυτό και οι λήψεις των σπιτιών γίνονται πάντα από
μακριά. Όλο το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο Αργύρης, ο κάμπος, οι
λόφοι, τα φυτά και τα άνθη του αγρού, οι θάμνοι και τα δέντρα, τα κλήματα
και οι ελιές που ο ίδιος καλλιεργούσε, η θάλασσα και τα βουνά στο βάθος,
τα σπίτια του χωριού, περνάνε σε αργή κίνηση και μένουν για ένα χρονικό
διάστημα μπροστά στα μάτια τού θεατή αγγίζοντας την ψυχή του. Καμιά
ανθρώπινη παρουσία. Μόνο κάποιες φορές έμμεσα υπονοείται. Άλλοτε από
κάποιο μικρό αυτοκίνητο που φαίνεται από μακριά να σέρνεται στο χωμάτινο
δρόμο, άλλοτε από μηχανικούς ήχους, πιθανώς σαν εκείνους που θα παρήγαγε
ο ποιητής με την καθημερινή χειρωνακτική δραστηριότητά του. Με το άκουσμα
πλήκτρων γραφομηχανής καταλαβαίνουμε αμέσως: Ο ποιητής έχει δεχτεί την
πολυπόθητη επίσκεψη της «Σκοτεινής κυρίας» και πληκτρολογεί τους λίγους
στίχους που εκείνη του θα του έχει κομίσει. Κι όταν ακούγονται εφιαλτικά
οι χτύποι του ρολογιού, νιώθουμε πως ο ποιητής μετράει με την ψυχή του
τον αμετάκλητο χρόνο. Κι όσο πιο δυνατοί οι χτύποι, τόσο πιο πολύ αυτός
«τρέμει το αδιάκοπο φευγιό του».
Τελικά όμως η φύση δεν φαίνεται να είναι και
τόσο «νεκρή». Ο θεατής βλέπει να πάλλεται ένα δέντρο ολόκληρο, να
τρεμίζει ένα φύλλο με το παραμικρό φύσημα του αέρα, να κυματίζει η
θάλασσα των αγρολούλουδων. Ακούει τον ήχο του αέρα, άλλοτε απαλό, άλλοτε
μανιασμένο. Ακούει και χαίρεται το κελάιδισμα των πουλιών, το νερό που
κυλά στο ποτάμι. Ακούει τους τεχνητούς ήχους που αναφέραμε πιο πάνω. Η
φύση ζωντανεύει από την εξαίρετη σύνθεση ήχων του Δημήτρη Ιατρόπουλου που
συμπληρώνουν αισθητικά την οπτική εικόνα. Μαζί με την πρωτότυπη μουσική
του, που σε καίρια σημεία εισέρχεται, εικόνα και ήχος βοηθούν το θεατή να
αφοσιωθεί στα σημαινόμενα των ποιημάτων.
Το τελευταίο τραγούδι, χωρίς τη σκηνική
παρουσία του ηθοποιού, συνοδεύει για σχεδόν πέντε λεπτά την προβολή μιας
εκφραστικής φωτογραφίας-πορτραίτο του Αργύρη Χιόνη. Σταδιακά ο σκηνοθέτης
την πλησιάζει προς το θεατή αυξάνοντας έτσι τη συμμετοχή του στον
ποιητικό λόγο που προηγήθηκε και τον οδηγεί σε ψυχική ταύτιση με το
εικονιζόμενο πρόσωπο. Το εκφραστικό βλέμμα του ποιητή έχει εισχωρήσει
βαθιά στην καρδιά του θεατή. Σαν να εκχέει εντός του τη θλίψη για το
αναπάντητο ερώτημα της αρχής και του τέλους: «Να ξεκινάμε άραγε απ’
αυτόν; Να είναι άραγε ο θάνατος Ιθάκη;». Με αυτούς τους στίχους τελειώνει
κυκλικά η παράσταση. Το κοινό σωπαίνει συνεπαρμένο από το τελευταίο
ερώτημα. Βυθίζεται για λίγο εντός του, αλλά απάντηση δεν μπορεί να δώσει.
Κι όταν συνέρχεται και συνειδητοποιεί πως βρίσκεται στο θέατρο, ξεσπά
αβίαστα σε δυνατό χειροκρότημα.
Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης με την
υποβλητικά εκφραστική, κάποτε και θεατρικά δραματική ερμηνεία των
ποιημάτων καταφέρνει να δημιουργεί αυτό που νομίζω πως είχε επιδιώξει
σκηνοθετώντας την παράσταση, ποιητική ατμόσφαιρα, και μάλιστα τέτοια που
ο θεατής να θελήσει να διαβάσει κι άλλα ποιήματα του Χιόνη ή να ξαναδεί
την παράσταση ακόμη μια και δυο φορές στη σκηνή ή να την απολαύσει μόνος
του στο σπίτι από το dvd που προμηθεύτηκε από το θέατρο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα
Χανιώτικα Νέα στις 26/1/2013
Ποιος ήταν ο Αργύρης Χιόνης
Γεννήθηκε στην Αθήνα το
1943 από φτωχούς γονείς, εσωτερικούς μετανάστες, από το μικρό νησάκι Ίο ο
πατέρας, από το μικρό χωριό Βούβες Κισάμου η μάνα. Τα χρόνια της
ηλικιακής ακμής του τα έζησε αναζητώντας δουλειά σε μεγάλες πόλεις της
Ευρώπης,: στο Παρίσι, στο Άμστερνταμ, όπου παράλληλα σπούδαζε Ιταλική
φιλολογία, στις Βρυξέλλες, όπου είχε διοριστεί, κατόπιν εξετάσεων, ως
μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Πλησιάζοντας τα πενήντα αποσύρθηκε
από τις μεγαλουπόλεις, για να ζήσει μόνιμα σ’ένα απομονωμένο χωριό της
Κορινθίας, στο Θροφαρί, όπου καλλιεργούσε τη γη και την ποίηση, όπως
έλεγε κι έγραφε ο ίδιος. Περιστασιακά επισκεπτόταν την Αθήνα, όπου
εξέδιδε και τα βιβλία του.
Όταν ήταν παιδί άκουγε τη μητέρα του να
τραγουδάει μαντινάδες και Ερωτόκριτο. Τα ακούσματα εκείνα κάρπισαν
γρήγορα κι άρχισε κι ο ίδιος να γράφει τα δικά του ποιήματα,
ομοιοκατάληκτα στην αρχή. Στα εικοσιτρία του έβγαλε την πρώτη ποιητική
συλλογή του σε ελεύθερο στίχο. Αργότερα στράφηκε και σε μια διαφορετική
μορφή γραφής, στα «ποιήματα σε πρόζα» (πεζοποιήματα). Από το 1966 ως το
2010 έβγαλε δώδεκα ποιητικές συλλογές, που τον κατατάσσουν στους πιο
σημαντικούς ποιητές της γενιάς του. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε
επτά ξένες γλώσσες.
Έχει εκδώσει ακόμη έξι συλλογές αφηγημάτων
και έχει βραβευθεί με κρατικό βραβείο για τη συλλογή «Οριζόντιο ύψος»
(Κίχλη 2008) και με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» για το «Όντα και
μη όντα» (Γαβριηλίδης, 2006).
Τον καιρό που ζούσε στην
Ολλανδία έγραψε τρία θεατρικά μονόπρακτα. Για τα δύο απόσπασε το πρώτο
βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό των Κάτω Χωρών και έζησε τη χαρά της
παράστασής τους εκεί. Όταν ξαναπαρουσιάστηκαν στα Χανιά το 2009 και ο
Χιόνης ήταν παρών, άλλωστε επισκεπτόταν την πόλη πολύ συχνά.
Πολύγλωσσος όντας μετάφρασε
με επιτυχία λογοτεχνικά έργα, πεζά και ποιητικά, από τα αγγλικά, τα
ισπανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα ολλανδικά.
Πέθανε ξαφνικά στην Αθήνα
ανήμερα τα Χριστούγεννα του 2011.
|