ΦΡΑΝΚ ΒΕΝΤΕΚΙΝΤ – ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ –

prod26 Μαϊου 1994 – 30 Μαϊου 1994, ΑΜΟΡΕ Εξώστης

Φρανκ Βέντεκιντ
Θάνατος και διάβολος
Χορός Θανάτου σε τρεις σκηνές

Μετάφραση: Αναστασία Καραστάθη, συνεργάστηκε η Μαρία Κυρτζάκη
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Βιρβιδάκης
Σκηνικά, κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Μουσική: Φρανκ Βέντεκιντ
Επιμέλεια και ανάπλαση μουσικών συνθέσεων: Φωτεινή Μπαξεβάνη
Στίχοι: Θοδωρής Γκόνης
Πιάνο: Δέσποινα Τσιρακάκη
Φωτισμοί: Μιχάλης Βιρβιδάκης

Έπαιξαν οι ηθοποιοί:
Μαρκήσιος Κάστι Πιάνι: Κωστής Σφυρικίδης
Δεσποινίς Ελφρίντε Φον Μάλχους: Χριστίνα Αλεξανιάν
Κύριος Κένιχ: Γιάννης Παπαδόπουλος
Λιζίσκα: Αφροδίτη Αλ Σάλεχ

1


Δεν αγωνίζομαι εναντίον μιας τάξης,
αλλά εναντίον μιας κατάστασης.
Δεν αγωνίζομαι για να ασκήσω πίεση,
αλλά για να ξυπνήσω καινούρια ζωή.
Φρανκ Βέντεκιντ


Μπέρτολντ Μπρεχτ
Augsburger Neuesten Nachrichen, 12 Μαρτίου 1918

Το Σάββατο, καθ’ όλη τη διάρκεια της διάσπαρτης με άστρα νύχτας, τραγουδούσαμε συμπτωματικά τα τραγούδια του για κιθάρα, εκείνο για την Φραντσίσκα, το άλλο για τα τυφλά παιδιά, ένα χορευτικό τραγούδι. Τέλος -ήταν πια πολύ αργά- καθισμένοι στις όχθες του ποταμού, με τα παπούτσια σχεδόν μέσα στο νερό, είπαμε το τραγούδι για τις ιδιοτροπίες της τύχης που είναι πολύ παράξενες, και το οποίο λέει ότι «το καλύτερο είναι να κάνει κανείς κάθε μέρα μία τούμπα». Την Κυριακή το πρωί διαβάζαμε συγκλονισμένοι ότι ο Φρανκ Βέντεκιντ είχε πεθάνει το Σάββατο.
Αυτό δεν μπορεί να το πιστέψει κανείς εύκολα. Η ζωτικότης του ήταν το χαρακτηριστικό του. Αρκούσε απλώς να μπει σ’ ένα αμφιθέατρο γεμάτο εκατοντάδες φοιτητές, ή σ’ ένα δωμάτιο ή μια σκηνή, με το ιδιαίτερο βάδισμά του, το απότομα κομμμένο μπρούντζινο κρανίο του, ελαφρά γερμένο και ριγμένο μπροστά, για να πέσει σιωπή. Παρόλο που δεν έπαιζε ιδιαίτερα καλά, ως Μαρκήσιος φον Κέιτ επισκίαζε πολλούς επαγγελματίες ηθοποιούς. Γέμιζε κάθε γωνιά με την παρουσία του. Στεκόταν εκεί, άσχημος, βίαιος, επικίνδυνος, με κοντά κόκκινα μαλλιά, τα χέρια στις τσέπες, κι αισθανόσουν ότι ο διάβολος δεν μπορούσε να τον κουνήσει. Εμφανιζόταν με κόκκινο φράκο ως διευθυντής τσίρκου μπροστά από την αυλαία, κρατώντας μαστίγιο και ρεβόλβερ και κανείς δεν ξεχνούσε αυτή τη μεταλλική, σκληρή, ξερή φωνή, αυτή τη μπρούντζινη όψη φαύνου με τα «μελαγχολικά» κουκουβαγίσια μάτια στα ψυχρά χαρακτηριστικά του.
Πριν λίγες βδομάδες στην Bontonniere τραγούδησε τα τραγούδια συνοδευόμενος από κιθάρα, με μια σπασμένη φωνή, μονότονη και καθόλου εξασκημένη. Κανένας τραγουδιστής δεν με σόκαρε τόσο, δεν με συνάρπασε τόσο. Ήταν η δυναμική ζωντάνια του ανθρώπου, η ενέργεια που του επέτρεπε να αγνοεί τον περίγελο, τη γελοιοποίηση, και να απαγγέλλει τον παθιασμένο ύμνο στην ανθρωπότητα, που του έδινε αυτή την προσωπική μαγεία. Έμοιαζε σαν να μην ήταν θνητός.
Για τελευταία φορά τον είδα και τον άκουσα πριν από έξι βδομάδες. Φαινόταν τελείως υγιής, μιλούσε με έξαψη και τραγούδησε μετά από παράκλησή μας τρία από τα πιο όμορφα τραγούδια του, συνοδεύοντάς τα στο λαούτο, αρκετά μετά τα μεσάνυχτα. Δεν μπορώ να συλλάβω τον θάνατό του, αν δεν δω το χώμα να τον σκεπάζει. Ανήκε, μαζί με τον Τολστόι και τον Στρίντμπεργκ, στους μεγάλους παιδαγωγούς της νέας Ευρώπης. Το μεγαλύτερό του έργο ήταν η προσωπικότητά του.

Απόδοση: Αναστασία Καραστάθη, Δημήτρης Γιαννόπουλος


ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ – ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΕΝΤΕΚΙΝΤ, 1914


ΚΡΙΤΙΚΕΣ / ΣΧΟΛΙΑ

1

Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>