Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΨΥΧΗΣ
Σημειώσεις πάνω στο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ 'Πριν την Αποχώρηση'
Το τοπίο της αυστριακής λογοτεχνίας
Το τοπίο της αυστριακής λογοτεχνίας το διασχίζουν εδώ και δύο αιώνες μοναχικοί και εκκεντρικοί περιπατητές: συγγραφείς μηδενιστές και είρωνες, ονειροπόλοι αρνητές της κοινωνίας. Μια μακρά παράδοση ξεκινάει από τον μεγάλο δραματουργό του 19ου αιώνα Φραντς Γκριλλπάρτσερ, η οποία διακλαδίζεται στα μεταπολεμικά χρόνια του επόμενου αιώνα σε πολλά μονοπάτια, επικίνδυνα και γοητευτικά.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές είναι ο Πέτερ Χάντκε: με το επιθετικό του «μανιφέστο» Βρίζοντας το κοινό (1966), συναντιέται με τον Τόμας Μπέρνχαρντ, ο οποίος επιτίθεται προκλητικά στην αυστριακή παρακμή. Ο Χάντκε, ωστόσο, δεν επικεντρώνεται αυστηρά στο θέμα της αυστριακής εθνικής ταυτότητας και στις ιστορικές συγκυρίες. Εξερευνά περισσότερο την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, ακολουθώντας έτσι τη γενεαλογική γραμμή των αυστριακών μυθιστοριογράφων που συνδιαλέγονται με τη φιλοσοφία και την ποίηση: τον Ρίλκε, τον Ρόμπερτ Μούζιλ, τον Χέρμαν Μπροχ και την Ίγκεμποργκ Μπάχμαν.
Την ίδια στιγμή, η μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία (Γκύντερ Γκρας, Χάινριχ Μπελ, Κρίστα Βολφ, κ.ά.) σπαράσσει τις σάρκες της καθώς αναμετριέται με το ζοφερό ναζιστικό παρελθόν. Ο Τόμας Μπέρνχαρντ, καίτοι Αυστριακός, επειδή ακριβώς συμμερίζεται τον σπαραγμό αυτής της γενιάς των γερμανών ομοτέχνων του και τη μαχητική τους στάση, στρέφει μάλλον επιδεικτικά την πλάτη στην παράδοση της αυστριακής μυθιστοριογραφίας με τα «διαφωτιστικά» ιδεώδη και τη «μεγαλοαστική» αβρότητά της και τροφοδοτεί τις αποθήκες της ανεξάντλητης και ριζοσπαστικής του επιθετικότητας από μια άλλη πηγή: το θέατρο, τη σάτιρα, όπως εκπροσωπείται από τους παλιότερους Γιόχαν Νεστρόυ και Καρλ Κράους. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1)
Ακόμα και τα μυθιστορήματά του είναι θέατρο με την ευρύτερη σημασία του όρου, είναι σκηνές όπου παίζεται η κωμωδία της ανθρώπινης ψυχής και μάλιστα στη γερμανική εκδοχή της. Όταν έχουμε ενώπιόν μας τη γερμανόφωνη λογοτεχνία, λέει με τη γνωστή σαρκαστική του διάθεση στον Αφανισμό (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2), «έχουμε ενώπιόν μας μια υπαλληλική λογοτεχνία, ώς και τα μεγάλα παραδείγματα αυτής της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτε διαφορετικό, ο Τόμας Μαν, ναι, ώς και ο Μούζιλ, έλεγα, που ακόμα τον τοποθετώ στην πρώτη θέση απ' όλους αυτούς τους παραγωγούς υπαλληλικής λογοτεχνίας. Μα και ο Μούζιλ δεν έχει γράψει τίποτε άλλο παρά μια οικτρή υπαλληλική λογοτεχνία. [...] Αν εξετάσουμε θεμελιακά τα πράγματα, οι Γερμανοί παρήγαγαν στον αιώνα μας μόνο μια λογοτεχνία που την κυβερνούν οι φάκελοι, την οποία θέλω να χαρακτηρίσω λογοτεχνία φακέλων.» Και καταλήγει, αυτοσαρκαζόμενος, σ' ένα εγκώμιο της σατιρικής τέχνης, που είναι η τέχνη της υπερβολής: «Πάντοτε με ικανοποιούσε αυτός ο φανατισμός της μεγαλοποίησης. Είναι πολλές φορές η μοναδική δυνατότητα, δηλαδή κάνω αυτόν το φανατισμό της μεγαλοποίησης τέχνη της μεγαλοποίησης, για να σωθώ από την κακομοιριά της διάθεσής μου, από το πνευματικό μου μπούχτισμα. [...] Αν κάποτε θελήσει κάποιος να με ρωτήσει στα γρήγορα, τί λοιπόν αυθεντικά και συνολικά είμαι, θα μπορούσα να απαντήσω πως είμαι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης της μεγαλοποίησης που γνωρίζω. [...] Οπότε, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η γνήσια τέχνη της μεγαλοποίησης συνίσταται στο να μικραίνουμε τα πάντα, μετά θα πρέπει να πούμε ότι [ο καλός συγγραφέας] μεγαλοποιεί τη σμίκρυνση και κάνει έτσι τη μεγαλοποιημένη σμίκρυνση τέχνη της μεγαλοποίησης.»
Κοινωνική αμνησία: η περίπτωση της Αυστρίας
«Η σιωπή του λαού μας γι' αυτά τα χιλιάδες και μυριάδες εγκλήματα είναι το μεγαλύτερο από όλα αυτά τα εγκλήματα, έλεγα στις αδελφές μου. Η σιωπή αυτού του λαού είναι το πιο ανησυχητικό, έλεγα. Η σιωπή αυτού του λαού είναι το πιο φοβερό, η σιωπή αυτή είναι ακόμα πιο φοβερή από το ίδιο το έγκλημα.»
Τόμας Μπέρνχαρντ, Αφανισμός
Ο Μπέρνχαρντ έγινε ευρύτερα γνωστός για το μένος με το οποίο καυτηριάζει την ηθική παρακμή της μεταπολεμικής Αυστρίας και την ανικανότητά της να αντιμετωπίσει την ιστορία της. Σε μια χώρα όπου κοινή συναινέσει απωθήθηκε το ναζιστικό παρελθόν και η συλλογική συνείδηση απαλλάχτηκε με ταχυδακτυλουργικό τρόπο από τις ενοχές της, σε μια χώρα όπου η κυβέρνησή της ουδέποτε αναγνώρισε επίσημα τη συμμετοχή της στα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά τη χιτλερική εποχή, που παραποίησε την ιστορική αλήθεια μιλώντας για εισβολή της Γερμανίας στην Αυστρία και προσάρτηση της χώρας στη Γερμανία (το διαβόητο Άνσλους) αντί για συνεργασία μαζί της, σε μια χώρα που πανηγύριζε για την ουδετερότητά της και το μεγαλείο του πολιτισμού της, η αποκάλυψη της ογκώδους αυτής υποκρισίας είναι τόσο ενοχλητική όσο το τσίμπημα μιας αλογόμυγας που κάνει το άλογο ν' αφηνιάσει. Ο Μπέρνχαρντ δεν κουράστηκε σ' όλη του τη ζωή να αφυπνίζει τις συνειδήσεις που ήταν βυθισμένες στο λήθαργο της κοινωνικής αμνησίας. Ενοχλημένοι από τα δημοσιεύματά του πολίτες στέλνουν γράμματα απειλητικά ή παρακλητικά, λέει στον Αφανισμό ο ήρωάς του Μουράου, περσόνα του ίδιου του Μπέρνχαρντ: «Ρίχνω διαρκώς την Αυστρία μέσα στη βρομιά, λένε οι άνθρωποι αυτοί, υποβιβάζω με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο την πατρίδα, προσάπτω στους Αυστριακούς μια ποταπή και χαμερπή καθολική-εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία, ενώ η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει καθόλου στην Αυστρία αυτή η ποταπή και χαμερπής εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία, γράφουν οι άνθρωποι αυτοί. Η Αυστρία δεν είναι ποταπή και δεν είναι χαμερπής, ήταν ανέκαθεν μόνο ωραία, γράφουν οι άνθρωποι αυτοί, και ο αυστριακός λαός είναι έντιμος. Τα γράμματα αυτά τα πετάω πάντοτε αμέσως στο καλάθι, το ίδιο έκανα και σήμερα.» Η ιστορία δικαίωσε τον Μπέρνχαρντ, ο οποίος υποστήριζε ότι η Αυστρία παρέμεινε εθνικοσοσιαλιστική ώς το μεδούλι, παρά τις αντίθετες δηλώσεις. Το εξωφρενικό «φαινόμενο Χάιντερ» (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 3) δεν φαντάζει τόσο ακατανόητο αν ακολουθήσουμε το νήμα που συνδέει τη σημερινή αποθράσυνση του νεοφασισμού με την ανολοκλήρωτη αποναζιστικοποίηση της Αυστρίας.
Αμέσως μετά την ήττα της Γερμανίας και στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου, οι νικητές Αμερικάνοι αποφάσισαν πως είναι συμφέρον να αξιοποιήσουν τους ειδικευμένους αντικομουνιστές του ναζιστικού καθεστώτος για να αντιμετωπίσουν τον κομουνιστικό κίνδυνο. Στην Αυστρία, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, χρησιμοποιήθηκαν στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος από μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και των δυτικών χωρών: οι επιχειρήσεις αυτές περιελάμβαναν εξοπλισμό και οργάνωση παραστρατιωτικών σωμάτων για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης σοβιετικής εισβολής. Το 1996 ανακαλύφθηκαν στο αυστριακό έδαφος 79 τέτοια μυστικά οπλοστάσια. Η εκπαίδευση των μυημένων Αυστριακών είχε ανατεθεί σε πράκτορες των Ες Ες και της Βέρμαχτ. Η αντικατασκοπία του αμερικάνικου στρατού (CIC) φρόντιζε να αποσπά εγκαίρως από τα χέρια της στρατιωτικής δικαιοσύνης τους εγκληματίες πολέμου που θεωρούσε χρήσιμους για τους δικούς της σκοπούς. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των Βίλχελμ Χετλ, Καρλ Κοβάρικ, Βίλχελμ Λάντιγκ. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 4) Οι περισσότεροι από αυτούς είναι φανατικοί υποστηρικτές του Χίτλερ στην Αυστρία, που καταφεύγουν στη Γερμανία μετά το αποτυχημένο ναζιστικό πραξικόπημα του 1934. Μετά το Άνσλους, επιστρέφουν στην πατρίδα για να αναλάβουν δράση, στελεχώνοντας τα Βάφεν Ες Ες (Ένοπλα Ες Ες) και μετέχοντας στο πογκρόμ των Εβραίων της Βιέννης. Μετά τη λήξη του πολέμου, δραστηριοποιούνται είτε ως μυστικοί πράκτορες είτε, αργότερα, ως πολιτικοί παράγοντες της αυστριακής ακροδεξιάς. Αυτές λοιπόν οι παράνομες οργανώσεις που στήθηκαν τις δεκαετίες του '50 και του '60 με την υποστήριξη των δυτικών, είναι το μυστικό νήμα που μας οδηγεί αλάνθαστα στη σημερινή νεοφασιστική σκηνή. Τα απομεινάρια του Τρίτου Ράιχ σύντομα συσπειρώθηκαν, απέκτησαν διεθνείς διασυνδέσεις και ίδρυσαν τη φασιστική Διεθνή (1950). (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 5)
Ο Μπέρνχαρντ αντιδρά βίαια σ' αυτό το κλίμα της ένοχης σιωπής και της υποκρισίας που στοιχειώνει τη μεταπολεμική Αυστρία και Γερμανία. Η οξυμένη του πολιτική συνείδηση ενισχύεται από τη θεατρικότητα των έργων του, που καθίσταται δυνατή με τη χρήση ενός χειμαρρώδους προφορικού λόγου ο οποίος απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη και τον ενεργοποιεί - μειώνοντας αισθητά το χάσμα ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Στην Αυτοβιογραφία του αναλύει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που κατέστησαν δυνατή τη μετάβαση από τη ναζιστική στη μεταναζιστική εποχή, από τον εθνικοσοσιαλισμό στον καθολικισμό, χωρίς ουσιαστικά να αλλάξει τίποτα. Με το θεατρικό του έργο Πριν την αποχώρηση καταγγέλλει το ναζιστικό παρελθόν σημαινόντων γερμανών και αυστριακών πολιτικών. Το έργο γράφεται ως άμεση αντίδραση στην επικείμενη απόλυση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου της Στουτγάρδης και στενού του συνεργάτη από έναν πρώην ναζί και τότε (1979) κυβερνήτη του ομόσπονδου κρατιδίου που έχει για έδρα του τη Στουτγάρδη. Το τελευταίο του μυθιστόρημα Αφανισμός δημοσιεύεται τη χρονιά που ξεσπάει το σκάνδαλο Βαλντχάιμ (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 6) (1986). Στο έργο αυτό εκφράζεται η δυσαρέσκεια, η αποδοκιμασία, η αμηχανία και η αηδία που ένιωσε η νεότερη γενιά των Αυστριακών και Γερμανών που, σαν τον Μπέρνχαρντ, έζησαν την παιδική ηλικία στα χρόνια του πολέμου και στη συνέχεια υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν τη φρίκη της ίδιας τους της καταγωγής, όντας απόγονοι της ναζιστικής γενιάς. Η πολιτικοποιημένη θεατρικότητα του Μπέρνχαρντ γίνεται ακόμη πιο έντονη με την Πλατεία Ηρώων που γράφεται το 1988, με την ευκαιρία της πεντηκοστής επετείου του Άνσλους, για να παιχτεί στο Μπουργκτεάτερ της Βιέννης. Το ονομαστό αυτό αυτοκρατορικό θέατρο βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) όπου το Μάρτιο του 1938 πλήθη λαού υποδέχτηκαν ζητωκραυγάζοντας τον Χίτλερ. Αρκετοί από τους θεατές της παράστασης θα συμμετείχαν ασφαλώς στις εορταστικές εκδηλώσεις του πλήθους που αποθέωναν τον Χίτλερ στην παρακείμενη πλατεία και θα πρέπει να ένιωσαν δυσάρεστη έκπληξη όταν άκουσαν τις ίδιες τους τις επευφημίες και τα τραγούδια να ακούγονται ηχογραφημένα από τα παρασκήνια, λες και έρχονταν κατευθείαν από την Πλατεία Ηρώων εκείνης της φοβερής εποχής.
«Πριν την Αποχώρηση»
Το έργο του Μπέρνχαρντ Πριν την αποχώρηση είναι γραμμένο την εποχή των απανωτών σκανδάλων που ξεσπούν στη Γερμανία και αφορούν αποκαλύψεις για το ναζιστικό παρελθόν υψηλόβαθμων αξιωματούχων της κυβέρνησης. Η συγγραφή του έργου έρχεται ως αντίδραση στις διώξεις που υφίσταται η εξεγερμένη νεολαία και κυρίως στην απόλυση του προσωπικού φίλου και συνεργάτη του Μπέρνχαρντ Πάιμαν, από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεάτρου της Στουτγάρδης.
Ο Κλάους Πάιμαν (1937- ) είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος της πολιτικο-ποιημένης θεατρικής πρωτοπορίας στη Γερμανία και ο αποκλειστικός σχεδόν σκηνοθέτης των έργων του Μπέρνχαρντ. Διακρίθηκε για τις ριζοσπαστικές του δουλειές την εποχή της ακμής του φοιτητικού θεατρικού κινήματος, που ανανέωσε με την επαναστατική του ορμή το θέατρο στη μεταπολεμική Γερμανία και προετοίμασε το έδαφος για την εξέγερση της νεολαίας στα τέλη της δεκαετίας του '60. Καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου της Στουτγάρδης επί εικοσιπέντε χρόνια, δημιούργησε με την ομάδα του ένα είδος υποκριτικής τέχνης αφενός εμπνευσμένης από το δάσκαλό του Μπρεχτ και αφετέρου αναζωογονημένης από τις εναλλακτικές θεατρικές τάσεις της εποχής, με έντονο το στοιχείο του χιούμορ και του γκροτέσκο που λειτουργούσε ως αντίβαρο στην άκαμπτη πολιτική ορθότητα που είχαν επιβάλλει οι κύκλοι της επαναστατικής διανόησης.
Μετά τη φαινομενική οικονομική ανάκαμψη της δεκαετίας του '50, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περνάει κρίση. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 7) Στην εξουσία βρίσκεται η κυβέρνηση συνασπισμού (1960-1970) που συσπειρώνει χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλιστές υπό την καθοδήγηση του συντηρητικού Kουρτ Κίζινγκερ. Το 1970 τον διαδέχεται στην καγκελαρία ο σοσιαλιστής Βίλλυ Μπραντ, ο οποίος ηγείται της κυβέρνησης σοσιαλιστών που έχουν συγχωνευτεί με τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς. Ο πόλεμος του Βιετνάμ χρηματοδοτείται ουσιαστικά από τα χρέη που ξεπληρώνει η Γερμανία στην Αμερική για στρατιωτική προστασία και οικονομικές επενδύσεις. Οι φοιτητές εξεγείρονται διαμαρτυρόμενοι για το συντηρητικό πανεπιστημιακό σύστημα ζητώντας μεταρρυθμίσεις αλλά και για τη σιωπή που συνεχίζει να επικρατεί σχετικά με τα εγκλήματα των ναζί. Δημιουργούνται ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, τα επονομαζόμενα ΑΡΟ. Οι διαδηλώσεις αναστατώνουν τη χώρα, ενώ η ανέγερση του τείχους του Βερολίνου το 1961 βάζει τέλος στην ήπια πολιτική του Βίλλυ Μπραντ, που προσπαθούσε να προσεγγίσει την Ανατολική Γερμανία. Η κυβέρνηση, με το πρόσχημα της καταπολέμησης του φαινομένου της τρομοκρατίας, που κάνει πλέον αισθητή την παρουσία του, θεσπίζει αντιδημοκρατικούς νόμους 'έκτακτης ανάγκης' που στοχεύουν στην καταστολή του φοιτητικού κινήματος. Τα κυβερνητικά αυτά μέτρα είναι, κατά περίεργο και ειρωνικό τρόπο, απομεινάρια ναζιστικών μεθόδων και τακτικών.
Το 1966, πρωθυπουργός του ομόσπονδου κρατιδίου του Μπάντεν-Βύρτεμπεργκ με πρωτεύουσα τη Στουτγάρδη εκλέγεται ο χριστιανοδημοκράτης Χανς Φίλμπινγκερ, ο οποίος εντείνει τα 'αντιτρομοκρατικά' μέτρα κατά του κινήματος της νεολαίας. Τη χρονιά που έρχεται ο Πάιμαν στη Στουτγάρδη, το 1974, η πόλη συγκεντρώνει το παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς κρατά στη φυλακή υψίστης ασφάλειας Σταμχάιμ τα μέλη της τρομοκρατικής ομάδας Μπάντερ-Μάινχοφ. Οι επιθέσεις των τρομοκρατών κλιμακώνονται, καθώς προσπαθούν να ασκήσουν πίεση για να πετύχουν την απελευθέρωση των συντρόφων τους. Εξίσου εντείνονται και τα κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης: το αντισυνταγματικό διάταγμα του 1972, το Radikalenerlass, ένας έλεγχος φρονημάτων κατ' ουσίαν, έχει ως στόχο να αποκλείσει από το Δημόσιο όσους ενδιαφερόμενους είχαν εμπλακεί σε 'ανατρεπτικές' δραστηριότητες, δηλαδή την πλειοψηφία των πτυχιούχων που είχαν συμμετάσχει στο αντιπολεμικό και μεταρρυθμιστικό φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του '60? μ' αυτό τον τρόπο, συσκοτίζονται εσκεμμένα τα όρια ανάμεσα στο διευρυμένο κίνημα της διαμαρτυρίας και στις τρομοκρατικές ενέργειες ορισμένων κύκλων. Στη φυλακή οι τρομοκράτες στερούνται και των στοιχειωδών δικαιωμάτων (την προσωπική σύσκεψη με τους δικηγόρους τους), πράγμα που οδηγεί σε διαμαρτυρίες διανοουμένων εναντίον της καταπάτησης των ατομικών δικαιωμάτων. Οι συντηρητικοί δεν διστάζουν να τους κατηγορήσουν ως υποστηρικτές της τρομοκρατίας. Στο κλίμα αυτής της διαμαρτυρίας εντάσσεται και η ενέργεια του Πάιμαν να δοθεί οικονομική ενίσχυση από το Κρατικό Θέατρο στην κρατούμενη στο Σταμχάιμ Γκούντρουν Έσσλιν, ύστερα από έκκληση της μητέρας της προς εξήντα διανοούμενους σε όλη την Ευρώπη (1976). Ο Φίλμπινγκερ και το κόμμα του απαιτούν την παραίτηση του Πάιμαν (1977), με το επιχείρημα ότι ξεπέρασε τα όρια της καλλιτεχνικής ελευθερίας και ότι είναι ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιεί κανείς το βήμα ενός δημόσιου οργανισμού για τέτοιου είδους δραστηριότητες. Ο πρωθυπουργός του Μπάντεν-Βύρτερμπεργκ εξαναγκάζεται όμως να απομακρυνθεί πριν από τον Πάιμαν, όταν τον Φλεβάρη του 1978 γίνονται αποκαλύψεις που αφορούν το παρελθόν του. Πρόκειται για την υπόθεση Φίλμπινγκερ. Η έγκριτη εφημερίδα Der Zeit δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση μυθιστόρημα του Ρολφ Χόχουτ Μια γερμανική ιστορία αγάπης, όπου περιέχονται πολλές αναφορές στην πολιτική κατάσταση της Γερμανίας. Στο απόσπασμα αυτό ο Φίλμπινγκερ καταγγέλλεται ότι ως δικαστής ναυτοδικείου επί Χίτλερ καταδίκασε σε θάνατο πολλούς ναύτες για υποθέσεις λιποταξίας, ακόμα και μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Στη συνέχεια, δημοσιεύονται στον τύπο κείμενα που είχε γράψει ως φοιτητής της νομικής σχετικά με το νέο ποινικό δίκαιο των ναζί, όπου υποστήριζε ότι 'σύμφωνα με την εθνικοσοσιαλιστική άποψη η κοινωνία των ανθρώπων είναι μια κοινωνία αίματος που πρέπει να κρατηθεί καθαρή και τα πολύτιμα φυλετικά συστατικά του γερμανικού λαού πρέπει να αναπτυχθούν συστηματικά'. Το κύμα των αποκαλύψεων, που αναστατώνει τους γεμάτους ενοχές Γερμανούς που θέλουν επιτέλους να ξεχάσουν το μακάβριο παρελθόν τους και εξοργίζει τους κληρονόμους τους που αναζητούν την αλήθεια, παρασέρνει και άλλους ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους: τον πρώην καγκελάριο Κουρτ Κίζινγκερ, τον πρόεδρο - επί υπόθεσης Φίλμπινγκερ - της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Βάλτερ Σιλ, τον προκάτοχό του Χάινριχ Λύμπκε, αλλά και τον διάδοχό του Καρλ Κάρστενς, των οποίων βέβαια η καριέρα ελάχιστα επηρεάστηκε από την εμπλοκή τους με τον εθνικοσοσιαλισμό.
Στο εμπνευσμένο από το κλίμα των αποκαλύψεων αυτών έργο του Μπέρνχαρντ Πριν την αποχώρηση, ο πρωταγωνιστής Ρούντολφ Χέλλερ, πρώην υποδιευθυντής στρατοπέδου συγκεντρώσεως και νυν δικαστής, γλίτωσε την τιμωρία κρυβόμενος επί δέκα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού του. Τώρα, ζει στο πατρικό σπίτι μαζί με τις δύο αδελφές του, τη μεγαλύτερη σε ηλικία Βέρα και τη μικρότερη και ανάπηρη Κλάρα, απολαμβάνοντας μια ήσυχη και ευυπόληπτη ζωή, χάρη στον μισθό που παίρνει ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου. Σύντομα μάλιστα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί και να περάσει άνετα την υπόλοιπη ζωή του με μια γενναιόδωρη σύνταξη, όπως συνέβη και με πολλούς γερμανούς δικαστές που, σαν κι αυτόν, ξεκίνησαν την καριέρα τους με τους ναζί. Η άνοδος του Χέλλερ ήταν ταχεία και αναπάντεχη: από απλός στρατιώτης των ναζί φτάνει ώς το βαθμό του συνταγματάρχη και στη συνέχεια εκτελεί χρέη δικαστή στο ανατολικό μέτωπο. Μετά δέκα χρόνια στην παρανομία, επιστρέφει στην ενεργό ζωή ως δικαστής: εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια «κανείς δεν ρωτούσε τίποτε», επειδή κανείς δεν ήθελε να θυμάται ούτε να ξέρει, η λήθη έσβηνε τις ενοχές και η σιωπή απάλυνε τον πόνο. Τώρα, που κλείνει την καριέρα του ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου, λαμπρή καριέρα αναμφισβήτητα, «τώρα άρχισαν πάλι να τα σκαλίζουν / και να επιβουλεύονται τη ζωή ευυπόληπτων και / καθωσπρέπει ανθρώπων.» Ο Ρούντολφ, λέει η Βέρα, «είναι πολύ καλός άνθρωπος / και υπάρχουν αποδείξεις / Τι ήταν παλιά δεν αφορά κανέναν / και στο κάτω κάτω ποιος ξέρει τι έγινε στ' αλήθεια / και τώρα αναδεύουν πάλι το βόθρο.» (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 8) Την εποχή που ήταν υποδιοικητής του στρατοπέδου συγκεντρώσεως, δέχεται την επίσκεψη του Χίμλερ, του διαβόητου αρχηγού των Ες Ες και εμπνευστή των στρατοπέδων συγκεντρώσεως στην Ανατολική Ευρώπη. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 9) (Είναι ενδιαφέρον στοιχείο στα έργα του Μπέρνχαρντ το ότι συσχετίζει τα πλασματικά πρόσωπα των ιστοριών του με ιστορικά πρόσωπα εντείνοντας μ' αυτό τον τρόπο τη δραματικότητα μέσω της αληθοφάνειας). Ο Χίμλερ τον συγχαίρει για την υποδειγματική πειθαρχία του στρατοπέδου του και τις υπηρεσίες που προσφέρει στην πατρίδα του. Ο Χίμλερ είναι ο ήρωας του Χέλλερ, είναι η ενσάρκωση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδέας: «Δεν είναι τίποτα πιο δύσκολο / από το να είσαι διοικητής στρατοπέδου συγκεντρώσεως / Διοικητής δεν είναι παίξε γέλασε / Τον εντυπωσίασε πολύ τον Ρούντολφ αυτό που του είπε ο Χίμλερ / Εξάλλου ο Χίμλερ ήταν αυτός / που του έδωσε και το ψεύτικο διαβατήριο / μ' αυτό που φυγαδεύτηκε ο Ρούντολφ / Σ' αυτόν οφείλει ο Ρούντολφ / τη ζωή του / κι εμείς στον Ρούντολφ οφείλουμε το ότι ζούμε ακόμα / Αν τον είχαν πιάσει / θα τον είχαν σκοτώσει αμέσως / ενώ έτσι τη γλίτωσε / κι ύστερα / δέκα χρόνια μετά / κανείς δεν ρωτούσε πια.» Κάθε χρόνο στις 7 Οκτωβρίου γιορτάζει τα γενέθλια του Χίμλερ μαζί με τις δύο αδελφές του. Για χάρη του Χίμλερ, οργανώνεται κάθε χρόνο η ίδια ιδιότυπη τελετή που λαμβάνει χώρα σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο. Η Βέρα, η μεγάλη αδελφή, ο στυλοβάτης της οικογένειας, που επί δέκα χρόνια φρόντιζε τον κρυμμένο στο υπόγειο αδελφό της, η Βέρα που δηλώνει τόσο ταυτισμένη με τις ιδέες του, κάνει τις προετοιμασίες για τη γιορτή, ωστόσο φανερά αναστατωμένη, γιατί «είναι τρέλα του Ρούντολφ να γιορτάζει αυτή τη μέρα / [...] Θα 'ρθει πάλι η μέρα λέει ο Ρούντολφ / που δεν θα είναι υποχρεωμένος να κρύβεται για να / γιορτάσει τα γενέθλια του Χίμλερ / Φανερά τελείως φανερά αγάπη μου / μπροστά σε όλους / Φυσικά είναι τρέλα / αυτή ή εμμονή / αλλά γιατί να του χαλάσω εγώ το παιχνίδι / Πρέπει να του συμπαρασταθούμε / Ποιος ξέρει τι μας ξημερώνει / Εμείς έχουμε κάνει τη μυστική συμφωνία μας.» Ετοιμάζει ωραίο φαγητό, βάζει την αγαπημένη του σαμπάνια στον πάγο - τη σαμπάνια Φυρστ Μέττερνιχ που έπινε πάντα στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως παρέα με τον διοικητή και φίλο του Ρες για να μπορέσει να αντέξει τη φρίκη - και τις αγαπημένες του αζαλέες στο βάζο. Βουρτσίζει και σιδερώνει τη στολή των Ες Ες καθώς και την τήβεννό του και γυαλίζει τις μπότες και το όπλο του. Τέλος, σιδερώνει ένα ριγέ σακάκι που φορούσαν οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.
Η νεότερη Κλάρα παρακολουθεί με βουβή λύσσα την προετοιμασία αυτού του μακάβριου 'παιχνιδιού', της τελετής στην οποία είναι αναγκασμένη να συμμετέχει. Είναι καθηλωμένη στην αναπηρική της καρέκλα, θύμα των αεροπορικών βομβαρδιστικών επιθέσεων των Αμερικάνων. Τα αδέλφια της προτίμησαν να την έχουν σπίτι και να τη φροντίζουν παρά να την κλείσουν σε ίδρυμα. Η Κλάρα είναι σοσιαλίστρια, όλη τη μέρα διαβάζει αριστερά έντυπα και βιβλία και στέλνει «πικρόχολα γράμματα στις εφημερίδες.» Γνωρίζει τη ζωή μέσα από τα βιβλία, όπως λέει χαρακτηριστικά η προσγειωμένη αδελφή της - δίνοντας ταυτόχρονα και το στίγμα εκείνου του τύπου του αριστερού διανοούμενου που έχει 'φιλολογική' μόνο σχέση με την πραγματικότητα και η αδυναμία του να μεταμορφώσει τον κόσμο τον καθηλώνει και τον γεμίζει μνησικακία. Η Κλάρα είχε κάποτε σχέση με έναν «επαναστάτη», συνεχίζει η Βέρα, ο οποίος την «τάισε με αηδιαστική φιλολογία» και την «κατέστρεψε τελείως / για πάντα / Αυτός μόνο για τον εαυτό του νοιάστηκε / μια σφαίρα στο κεφάλι» κι αυτήν ούτε που τη σκέφτηκε. Τη ζωή της την οφείλει στην αναπηρία της γιατί, αν ήταν έξω, από καιρό θα είχε συλληφθεί και φυλακιστεί: «Έξω θα ήσουν επικίνδυνη / σε ξέρω / Σίγουρα θα έβαζες βόμβες / και θα σκότωνες ανθρώπους / Όλους όσους μισείς / και τους μισείς όλους / γιατί είσαι τρελή / φανατική / Η ατυχία σου σε έσωσε αγάπη μου / τα χρωστάς όλα στους βομβαρδισμούς / κι ο Ρούντολφ το λέει / πως θα γινόσουνα τρομοκράτισσα.» Στο απόσπασμα αυτό διαφαίνεται η επίβουλη πρόθεση των συντηρητικών και ακροδεξιών να συνδέσουν την αριστερά με το φαινόμενο της τρομοκρατίας (R.A.F. στη Γερμανία, Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία) και μάλιστα να της το καταλογίσουν, εγχείρημα που, όπως γνωρίζουμε, στέφθηκε με επιτυχία, καθώς τα κρατικά μέτρα καταστολής έπληξαν - με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας - το προοδευτικό κίνημα της νεολαίας, τις δεκαετίες '60 -'70, στη Γερμανία και αλλού. Ενώ η σοσιαλίστρια και παράλυτη Κλάρα ανέχεται σιωπηρά την εθνικοσοσιαλιστική παραφροσύνη των αδελφών της με αντάλλαγμα τις υπηρεσίες που της προσφέρουν και κάποια στοιχειώδη προνόμια (π.χ. να διαβάζει αριστερές εφημερίδες), ο Ρούντολφ, αμετανόητος ναζί, βασανίζεται από κατάθλιψη και έχει ανάγκη από το στήριγμα και την ηθική ενίσχυση που του προσφέρει η μεγάλη αδελφή του. Η Βέρα, εξισορροπιστής και των δύο, συμμετέχει με πάθος σε μια ιδεοληψία επιθυμώντας ταυτόχρονα να λυτρωθεί από αυτήν. Είναι ο πιο ολοκληρωμένος και ενδιαφέρον χαρακτήρας, επειδή συνδυάζει αντιφατικά στοιχεία: τον κυνισμό, τη διαστροφή, αλλά ταυτόχρονα και την επίγνωση της διαστροφής, καθώς και μια οξυμένη συνείδηση του αδιεξόδου της καταστροφικής πορείας που ακολουθεί, συνείδηση που τη διαφοροποιεί από τον μονοδιάστατο Ρούντολφ - απλό όχημα μιας αρρωστημένης ιδεολογίας.
Μια 'μυστική συμφωνία' ενώνει τα τρία αδέλφια, που καθαγιάζεται από τον δεσμό του αίματος. Ο Μπέρνχαρντ χρησιμοποιεί συχνά τη μεταφορά της οικογένειας για να σχολιάσει την πολιτική κατάσταση της μεταπολεμικής Γερμανίας ή Αυστρίας. Η δομή της νοσηρής οικογένειας Χέλλερ δεν μπορεί παρά να μας θυμίζει εκείνον τον ανίερο συνασπισμό πολιτικών συμφερόντων, συνασπισμό στον οποίο ο σοσιαλιστής Βίλλυ Μπραντ συμμετείχε ως υπουργός υπό την αρχηγία ενός πρώην ναζί, του καγκελάριου Κουρτ Κίσινγκερ (1966). (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 10)
Βέβαια ο Μπέρνχαρντ δεν ενδιαφέρεται να καταδείξει τόσο προφανείς αναλογίες. Ο λόγος του είναι ποιητικός και επεξεργασμένες οι τεχνικές που χρησιμοποιεί για να φωτίσει το σύνθετο φαινόμενο της ψευδούς (κοινωνικής) συνείδησης, όπως συστηματοποιείται και αποκρυσταλλώνεται στην ιδεολογία μιας κοινωνικής ομάδας (εδώ πρόκειται για την ιδεολογία του ρατσισμού ή αντισημιτισμού (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 11).) Ο Μπέρνχαρντ βλέπει την οικογένεια Χέλλερ από τη σκοπιά της δόμησης της προσωπικότητας, η οποία καθορίζεται από τον τρόπο που συλλαμβάνει τον Άλλο και προσανατολίζεται προς τον Κόσμο. Σκιαγραφεί την ψυχοπαθολογική συγκρότηση εκείνης της προσωπικότητας που συλλαμβάνει τον Άλλο ως Ξένο, ως Εχθρό - υποβαθμίζοντάς τον και αποδίδοντάς του χαρακτηριστικά που δεν του προσιδιάζουν - για να κλειστεί σε έναν αυτιστικό κύκλο όπου κυριαρχεί μόνο το Ίδιο. Λέει ο Ρούντολφ στη Βέρα: «Καλά που δεν βάλαμε ξένους στο σπίτι / έχουμε την ησυχία μας / είναι φρικτό πράγμα ο γάμος / [...] ενώ εμείς οι τρεις περνάμε πολύ καλύτερα / ανώτερη ποιότητα ζωής / ανώτερη βαθμίδα δυσκολίας / όχι χωρίς κόπο φυσικά / όχι χωρίς απελπισία [...] / έτσι γίναμε αυτό που είμαστε / μια μυστική συμφωνία ενάντια στην ανοησία της ζωής.» Και η Βέρα λέει νωρίτερα στην ανάπηρη Κλάρα: «Ο Ρούντολφ το συζητάει συχνά / μήπως θα ήταν καλύτερα / να 'μπαινες σε καμία κλινική / Μη φοβάσαι δεν θα το επιχειρήσουμε / Εμείς οι τρεις έχουμε κάνει μια μυστική συμφωνία / Εδώ είσαι μια χαρά / [...] / ο καθένας από μας έχει χρέος / να ικανοποιεί τις επιθυμίες του άλλου / Στην πραγματικότητα είναι ένας ιδανικός μηχανισμός / εσύ και εγώ και ο Ρούντολφ». Η 'μυστική συμφωνία' είναι ένας 'ιδανικός μηχανισμός' γιατί τους προστατεύει από τον φόβο του Άλλου. Η αντισημιτική προσωπικότητα είναι ξενόφοβη: η πηγή της προκατάληψής της βρίσκεται στην ίδια την ψυχολογική της δομή και όχι στην εξωτερική εμπειρία. Η νοσηρότητά της έγκειται στο ότι ο προσανατολισμός της προς τον κόσμο είναι συναισθηματικός, άρα υποκειμενικός και αυθαίρετος, και σε καμία περίπτωση ορθολογικός (δεν λαμβάνει υπόψη το αντικείμενο της εμπειρίας ως τέτοιο, δηλαδή τον Άλλο). Ο Ρούντολφ και η Βέρα δεν παντρεύονται ( η Κλάρα ούτως ή άλλως ως ανάπηρη εξαρτάται από αυτούς) γιατί φοβούνται να βάλουν στο σπίτι τους έναν ξένο. Ο πατέρας τους ήδη είχε καλλιεργήσει στην οικογένεια ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους άλλους: «Πάντα τους άλλους με καχυποψία να αντιμετωπίζεις» συνήθιζε να τους λέει. Στα παιδιά του επέβαλε αυστηρή πειθαρχία ως δικαστικός και αξιωματικός που ήταν. Η μητέρα ήταν διαφορετική, αντιστεκόταν. Επειδή δεν μπορούσε να την αφομοιώσει, την εξόντωσε: την κακομεταχειριζόταν σε σημείο που έσπασε, έγινε κομμάτια, καθώς «ήταν φτιαγμένη από εύθραυστο υλικό». Δεν άντεξε άλλο τη φρίκη κι αυτοκτόνησε: «Η μητέρα τα είχε προβλέψει όλα / γι' αυτό δεν άντεξε / και δεν είναι καθόλου τυχαίο που εμείς οι τρεις / κάτω απ' αυτές τις συνθήκες / μείναμε μόνοι ανύπαντροι και γέροι.» Τα παιδιά, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, γίνονται μάρτυρες του εξευτελισμού ενός ανθρώπου και της τελικής του εξόντωσης. Ο Ρούντολφ φαίνεται ότι εξοικειώνεται από νωρίς με τη μεθοδική εξόντωση των ανθρώπων. Μετά το θάνατο του πατέρα, η Βέρα αναλαμβάνει τα ηνία της οικογένειας. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της δίνει τη δύναμη να κρατήσει συνεκτικό τον οικογενειακό ιστό, ισορροπώντας ανάμεσα σε μια ανίκανη να αποσκιρτήσει αδελφή κι έναν εξαχρειωμένο από τη ναζιστική ιδεολογία αδελφό.
Κάθε χρόνο η 'μυστική συμφωνία' επικυρώνεται με μια τελετή όπου γιορτάζονται τα γενέθλια του αρχηγού των Ες Ες Χίμλερ. Ο Μπέρνχαρντ δημιουργεί μια ατμόσφαιρα θρίλερ καθώς στήνει τη γιορτή. Ανησυχητικοί οιωνοί κάνουν την εμφάνισή τους όταν φτάνει αυτή η μέρα, που είναι πάντα πένθιμη. Ο Ρούντολφ, που ζει μόνο γι' αυτή τη μέρα, αλλάζει τελείως, γίνεται νευρικός. Η οξυμένη του νευρικότητα τον κάνει να εκλαμβάνει το παιχνίδι των παιδιών της γειτονιάς ως επίθεση Εβραιόπουλων εναντίον του. Κάτι τέτοιο ισχυρίζεται πως συνέβη τη περασμένη χρονιά στο συνάδελφό του Ρες, τον πρώην διοικητή του στρατοπέδου συγκεντρώσεως, που ερχόταν να συμμετάσχει στον εορτασμό φορώντας κάτω από το παλτό τη στολή των Ες Ες. Από τότε ο Ρες αποφάσισε να μη ξανασυμμετάσχει. Η Κλάρα βλέπει επί συνεχόμενα βράδια το ίδιο τρομαχτικό όνειρο, έναν τριχωτό, άγριο άντρα που πάει να την καταπλακώσει, να τη συνθλίψει. Εκείνη τη μέρα και μόνο εκείνη, ο Ρούντολφ πίνει μέχρι τελικής πτώσεως φορώντας τη καλοσιδερωμένη στολή των Ες Ες, ντύνει την απείθαρχη αδελφή του με τη ριγωτή στολή των κρατουμένων και της ξυρίζει και το κεφάλι, αναπολώντας την ατμόσφαιρα του στρατοπέδου συγκεντρώσεως. Ξεφυλλίζει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από τη ναζιστική του καριέρα: κάθε φωτογραφία έχει κάτι φρικτό να πει, «όλες του οι αναμνήσεις είναι ένα βουνό από πτώματα.» Στο τέλος πηγαίνει στο κρεβάτι με την ευπειθή αδελφή, τη Βέρα. Η τελετή που γίνεται κάθε χρόνο προκειμένου να κρατηθεί ζωντανή η εθνικοσοσιαλιστική ιδέα, επισφραγίζεται με την αιμομιξία. Ο Μπέρνχαρντ φτιάχνει μια μαύρη κωμωδία για να εξωθήσει στα άκρα τις τραγικές συνέπειες της εφαρμογής των εθνικοσοσιαλιστικών ιδανικών. Ο Ρούντολφ κοιμάται με την αδελφή του για να αποτίσει φόρο τιμής στο ιδανικό της φυλετικής καθαρότητας. Η καθαρότητα είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος, του φόβου του Άλλου. Η εμμονή σ' αυτά τα ιδανικά δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην τρέλα και στο θάνατο. Λέει η Βέρα στην αδελφή της: «Το ότι πάω στο κρεβάτι με τον Ρούντολφ / για μένα είναι τόσο απλό / σαν να 'ναι κάτι εντελώς φυσικό / έχουμε κάνει μια μυστική συμφωνία / κλείνουμε τις κουρτίνες όταν έρχεται η ώρα / Κανείς δεν ξέρει τι κάνουμε / κανείς δεν ξέρει τι σκεφτόμαστε / Κανείς δεν ξέρει τι είμαστε / αλλά δεν έχουμε κανένα μυστικό μεταξύ μας έτσι δεν είναι./ [...] / Εσύ έχεις το αναπηρικό καροτσάκι που έτσι κι αλλιώς είναι φρικτό / κι εγώ τον Ρούντολφ / Δεν γίνεται αλλιώς / Λέμε ψέματα ο ένας στον άλλο / αλλά είναι τόσο ωραίο σε τελική ανάλυση / αυτό που κάνουμε / τη στιγμή που παίζουμε / το ρόλο που παίζουμε / [...] / Έχουμε μελετήσει πολύ καλά το έργο / εδώ και τριάντα χρόνια έχουν μοιραστεί οι ρόλοι / ο καθένας το μέρος του / απωθητικό κι επικίνδυνο / Ο καθένας το κοστούμι του / αλίμονο αν ο ένας έμπαινε στο κοστούμι του άλλου / Το πότε θα πέσει η αυλαία / το αποφασίζουμε εμείς οι τρεις μαζί / κανένας μας δεν έχει το δικαίωμα να κλείσει την αυλαία όποτε του καπνίσει / αυτό αντίκειται στο νόμο.» Και καταλήγει: «απλούστατα δεν ξέρεις τι συμβαίνει στην ψυχή των ανθρώπων / [...] / σ' αρέσει να βασανίζεσαι και να βρομίζεις τα πάντα / όσο γι' αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σε μένα και τον / Ρούντολφ / είναι απόλυτα καθαρό είναι αγνό.»
Εμφορούμενη από το φόβο του Άλλου, η αντισημιτική προσωπικότητα χαρακτηρίζεται από μια σχιζοειδή αντίληψη του κόσμου: Εμείς / οι Ξένοι. Ο αντισημιτισμός ως ιδεολογία οργανώνει διάχυτες τάσεις σε ένα συνεκτικό σύστημα και προσφέρει μια εξήγηση της πραγματικότητας που ανταποκρίνεται στην ψυχολογία της ξενόφοβης προσωπικότητας. Η κοινωνία των ανθρώπων διχοτομείται αυστηρά σε δύο ομάδες με εθνοκεντρικό κριτήριο. Την εσω-ομάδα, το συλλογικό εγώ, με βάση το στοιχείο της εθνικής καθαρότητας. Και την εξω-ομάδα (ή ομάδες) που είναι ο Άλλος ως Ξένος και Εχθρός. Η εξω-ομάδα θεωρείται ομοιογενής, τα άτομα που τη συναπαρτίζουν απογυμνώνονται από τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά, υποβαθμίζονται και αποπροσωποιούνται, δηλαδή μεταβάλλονται από πρόσωπα σε πράγματα και αντιμετωπίζονται ως πράγματα. Για την εθνικοσοσιαλιστική σκέψη ο Εβραίος είναι ο τυπικός εκπρόσωπος του εχθρικού κόσμου, είναι ο Εχθρός. Λέει η Βέρα στην αδελφή της: «Ο πατέρας σου μισούσε τους Εβραίους / όπως το ενενήντα οκτώ τοις εκατό του λαού μας / ελάχιστοι το παραδέχονται ότι είναι αντισημίτες / Οι Γερμανοί μισούν τους Εβραίους / ακόμα κι όταν ισχυρίζονται το αντίθετο / αυτή είναι η φύση του Γερμανού / δεν μπορείς να την πλαστογραφήσεις / γιατί κανένας δεν μπορεί να πλαστογραφήσει τη φύση.» Ο αντισημίτης σκέφτεται με στερεότυπα, με σύμβολα, γιατί είναι ανίκανος να δει τον Άλλον ως πρόσωπο και να συνάψει ισότιμη σχέση μαζί του. Το αρχέτυπο του Εβραίου κατασκευάζεται με τρόπο αυτιστικό, χωρίς καμία σχέση με την πραγματικότητα. Όχι μόνο αγνοούνται οι εθνικές, κοινωνικές, ταξικές αποκλίσεις μεταξύ των Εβραίων αλλά και τους αποδίδονται εντελώς αντίθετα κατηγορούμενα. Έτσι, ο κάθε Εβραίος δεν είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα αλλά μια τεχνητή ενότητα αλληλοαναιρούμενων κατηγορημάτων: είναι άπληστος για χρήμα και ταυτόχρονα σπάταλος, είναι ακραίος ατομικιστής αλλά και θυσιάζεται για το κοινό καλό, είναι ειρηνιστής αλλά και πολεμοχαρής, είναι κοινωνικός επαναστάτης αλλά και ιμπεριαλιστής. Για τους φασίστες, οι Εβραίοι αποτελούν μια κατώτερη φυλή που κατέχει όλα εκείνα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν παραδόξως τις ενέργειες των 'ανώτερων' φυλών: θέληση για δύναμη, ικανότητα να επιβάλλουν την κυριαρχία τους, μέριμνα για φυλετική καθαρότητα. Στην πραγματικότητα όλες οι κατηγορίες που δέχθηκαν οι Εβραίοι από τον Χίτλερ δεν ήταν παρά προβολή των δικών του προθέσεων επάνω τους. Λέει ο Ρούντολφ: «Στον πόλεμο υπάρχουν οι νικητές του πολέμου / στην ειρήνη υπάρχουν οι επιχειρηματίες που είναι πολύ χειρότεροι / Οι Εβραίοι καταστρέφουν και εξολοθρεύουν ό,τι υπάρχει πάνω στη γη / Και μια μέρα θα την καταστρέψουν οριστικά και / ολοκληρωτικά / Οι Εβραίοι ξεπουλάνε τη φύση Η δημοκρατία είναι μια απάτη / [...] / Μιλάω για τους εγκληματίες/ για τους ξεδιάντροπους Εβραίους μιλάω/ που κάτω από τη σκέπη της δημοκρατίας / καταληστεύουν τη φύση και καταστρέφουν όλη την / επιφάνεια της γης / ανενδοίαστα.» Οι Εβραίοι στιγματίζονται ως το απόλυτο κακό από αυτούς που είναι το απόλυτο κακό. «Η εικόνα των Εβραίων την οποία παρουσιάζουν οι εθνικιστές στον κόσμο είναι στην πραγματικότητα αυτοπροσωπογραφία των εθνικιστών. Ο βαθύς τους πόθος είναι η αποκλειστική κατοχή, η ιδιοποίηση, η απεριόριστη ισχύς, με οποιοδήποτε τίμημα. Τους Εβραίους, στους οποίους φορτώνουν την ενοχή τους, τους παρουσιάζουν με μίσος ως αφέντες και τους καρφώνουν στο σταυρό, επαναλαμβάνοντας ατέρμονα μια θυσία στην αποτελεσματικότητα της οποίας δεν μπορούν να πιστέψουν.» (ΣΗΜΕΙΩΣΗ 12)
Η αξιότιμη οικογένεια Χέλλερ, όπως και κάθε ευυπόληπτη γερμανική οικογένεια, έχει ευγενή ιδανικά: τιμά τη μνήμη των γονέων, φροντίζει την ανάπηρη αδελφή, εκτιμά την υψηλή τέχνη και την κλασική μουσική. Ο Ρούντολφ είναι φιλόπατρις, φυσιολάτρης και οικολόγος. Η ψυχή του νιώθει αποτροπιασμό για τα απεχθή εγκλήματα που διαπράττουν οι κοινοί εγκληματίες του ποινικού δικαίου, τις υποθέσεις των οποίων εκδικάζει στο Κακουργιοδικείο. Η δηλητηριώδης πένα του Μπέρνχαρντ ανατρέπει αυτή την εφησυχαστική εικόνα. Η αξιότιμη οικογένεια Χέλλερ, όπως και πολλές άλλες ευυπόληπτες γερμανικές οικογένειες, έχει φοβερά μυστικά. Η μητέρα αυτοκτονεί από απόγνωση, η ανάπηρη αδελφή υφίσταται ταπεινώσεις, η κλασική μουσική κακοποιείται σε απαίδευτα χέρια, η οικολογική ευαισθησία υποκρύπτει προσωπικό συμφέρον. Το αίσθημα φιλοπατρίας το έχει ιδιοποιηθεί ένας παραληρηματικός εθνοκεντρισμός που ευθύνεται για τη μαζική εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων στα κρεματόρια. Στο τέλος του έργου ο Ρούντολφ καταρρέει και η Βέρα τρέχει να φωνάξει τον εβραίο γιατρό, εξαφανίζοντας πανικόβλητη ναζιστικές στολές, περιβραχιόνια και αγκυλωτούς σταυρούς, όλα απομεινάρια ενός αποτρόπαιου παρελθόντος. Ο Μπέρνχαρντ αναπλάθει με το ανατρεπτικό του χιούμορ μια ατμόσφαιρα γενικής συνενοχής όπου το οικείο και το καθησυχαστικό δίνει τη θέση του στη φρίκη και την τερατωδία. Ζωγραφίζει με αδρές πινελιές εσωτερικά εφιαλτικά τοπία για να κάνει ένα πολιτικό σχόλιο: οι ήρωές του είναι νοσηρές προσωπικότητες που συντρίβονται κάτω από το βάρος των ιδεολογικών εμμονών τους. Ο Μπέρνχαρντ με την ιδιοφυή του τέχνη, που είναι η τέχνη της υπερβολής, η τέχνη της μεγαλοποίησης, μας δείχνει το πραγματικό πρόσωπο του πολιτισμένου ανθρώπου, την αληθινή φύση της ανθρώπινης ψυχής: τη βαρβαρότητα και τη γυμνή βία. Όλο του το έργο του μπορεί να ιδωθεί ως μια κωμωδία της ανθρώπινης ψυχής.
Λίλα Τρουλλινού,
Φιλόλογος
Χανιά, Φεβρουάριος 2004
Επιστροφή
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1
Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με θέση που κατέχει ο Μπέρνχαρντ στο χώρο της αυστριακής και γερμανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας, βλέπε Matthias Konzett, "National Iconoclasm: Thomas Bernhard and the Austrian Avant-Gard", Dagmar Lorenz, "The Established Outsider: Thomas Bernhard" και Stephen D. Dowden, "A Testament Betrayed: Bernhard and His Legacy", στον τόμο A Companion to the works of Thomas Bernhard, (ed) Matthias Konzett, Camden House, USA, 2002.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2
Τα αποσπάσματα από το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ, Αφανισμός είναι σε μετάφραση Βασίλη Τομανά, (Εξάντας, 2003).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 3
Jorg Haider, αυστριακός πολιτικός, ηγέτης του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας με το οποίο συνασπίστηκε το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα και κέρδισε στις εκλογές του 1999. Ο Χάιντερ, εθνικιστής, πολέμιος των μεταναστών, έκανε κατά καιρούς αμφιλεγόμενα σχόλια επαινώντας την πολιτική των ναζί, τα οποία στη συνέχεια συνήθιζε να αποσύρει. Η Ε.Ε. επέβαλε κυρώσεις στην Αυστρία, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί ο Χάιντερ από το Κόμμα το 2002 παραμένοντας ωστόσο κυβερνήτης της Carinthia. Ο συνασπισμός Λαϊκού Κόμματος και Κόμματος της Ελευθερίας διαλύθηκε. Το Νοέμβριο του 2002 όμως το Λαϊκό Κόμμα κέρδισε στις βουλευτικές εκλογές και τον Φλεβάρη του 2003 σχημάτισε πάλι κυβέρνηση με το Κόμμα της Ελευθερίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 4
Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με την κατάσταση στη μεταπολεμική Αυστρία βλέπε τον φάκελο «Μεταπολεμική Αυστρία: το Άνσλους με τις ΗΠΑ» που επιμελήθηκε ο Ιός (Ελευθεροτυπία, 27-2-2000).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 5
Είναι ενδιαφέρον να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τον φάκελο «Μεταπολεμική Αυστρία: Το Άνσλους με τις ΗΠΑ» που επιμελήθηκε το επιτελείο του Ιού (Ελευθεροτυπία, 27-2-2000)όπου περιγράφεται μια πολύ ιδιότυπη γιορτή, μια 'αθώα' γιορτή, στην πατρίδα του Μπέρνχαρντ, το Ζάλτσμπουγκ: «Κάθε 1η Νοεμβρίου, στο νεκροταφείο του Ζάλτσμπουργκ μαζεύονται οι επιζώντες παλαιοί πολεμιστές των Βάφεν Ες Ες για να καταθέσουν στεφάνι στη μνήμη των συμπολεμιστών τους. Τα τελευταία χρόνια, μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας υποδέχεται την τελετουργική επανεμφάνιση των γηραλέων Ες Ες: φοιτητές και φοιτήτριες με ένα λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι, εκπρόσωποι των εβραϊκών κοινοτήτων με το κίτρινο αστέρι στο πέτο και οικολόγοι με στεφάνια στα οποία αναγράφονται τα ονόματα των δολοφονημένων από τα Βάφεν Ες Ες λιποτακτών. Οι παλαίμαχοι Ες Ες δεν δείχνουν ενοχλημένοι από τους 'γραφικούς' αντιπάλους τους: ολοκληρώνουν το μνημόσυνό τους και αποχωρούν με βήμα παρέλασης, τσαλαπατώντας τα χαρτιά που μοίρασαν οι διαμαρτυρόμενοι με τα ονόματα των Εβραίων του Ζάλτσμπουργκ που έχασαν τη ζωή τους στα ναζιστικά στρατόπεδα. Το ετήσιο μνημόσυνο των Βάφεν Ες Ες αποτελεί εδώ και δεκαετίες μια πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό αποδεκτή τόσο από την πολιτική ηγεσία όσο και από σημαντική μερίδα της λεγόμενης κοινής γνώμης της χώρας. Ούτως ή άλλως, πολλοί Αυστριακοί θα υποστήριζαν με ευκολία ότι πρόκειται για μια συγκινητική και ανώδυνη συνάθροιση μερικών βετεράνων που φροντίζουν να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη των νεκρών συντρόφων τους. Τα πράγματα, προφανώς, είναι διαφορετικά: Για πρώτη φορά, η τελετή διοργανώθηκε τον Νοέμβριο του 1954 με την ανοχή των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής και υπήρξε το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενώσεων πολεμιστών, οι οποίες θα έπαιζαν στη συνέχεια σοβαρό ρόλο στον 'αποχαρακτηρισμό' των ναζιστικών θηριωδιών του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Την πρώτη εκείνη φορά, κάποιοι είχαν ήδη την ετοιμότητα να διαμαρτυρηθούν για την ηρωοποίηση των Ες Ες, καθώς και για το στρατοκρατικό και φιλοναζιστικό πνεύμα που προσπαθούσαν να αναβιώσουν οι επιζώντες βετεράνοι. Κυρίως, όμως, ανησυχούσαν για την έμμεση επιδοκιμασία που έδειχναν προς τους νοσταλγούς του εθνικοσοσιαλισμού πολλά μέλη της κυβέρνησης και στελέχη των δύο βασικών κομμάτων, του Σοσιαλδημοκρατικού και του Λαϊκού, μερικά από τα οποία δεν θα δίσταζαν να εκφράσουν την προτίμησή τους για τους βετεράνους του Παγκόσμιου Πολέμου, 'εάν έπρεπε να διαλέξουν μεταξύ αυτών και των μπολσεβίκων επιδρομέων'. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και το μυστικό της ανάπτυξης των σχετικών κινήσεων. Σύμφωνα και με αρχειακό υλικό που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα, οι αμερικανικές και λοιπές δυτικές δυνάμεις κατοχής κράτησαν μια στάση 'ευμενούς ουδετερότητας' προς τις φιλοναζιστικές αυτές συσπειρώσεις, θεωρώντας τις χρήσιμο εργαλείο για τη διάδοση αντιρωσικής προπαγάνδας, αλλά και μια σοβαρή εφεδρεία για την περίπτωση κάποιας 'έκτακτης ανάγκης'. Πολύ συχνά, παρά τον προφανή τους αντισημιτισμό, οι ενώσεις των βετεράνων εμφανίζονταν ως 'απλώς αντιμπολσεβικικές', την ώρα που ήταν ακόμη νωπή στα μυαλά των ανθρώπων η εθνικοσοσιαλιστική ταύτιση κομμουνισμού και εβραϊσμού. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε αμερικανικές εκθέσεις, οι ΗΠΑ 'δεν θεωρούν επικίνδυνες τις συγκεντρώσεις των βετεράνων, αφού σε αυτές διακινείται απλώς προπαγανδιστικό υλικό κατά των κομουνιστών'. Στο κλίμα αυτό, οι ενώσεις παλαιών πολεμιστών στην Αυστρία πέτυχαν βαθμιαία να συγκροτήσουν το μύθο της 'καλής' Βέρμαχτ και να επιτύχουν την αποσύνδεσή της από το ναζιστικό καθεστώς: χάρη στις προσπάθειες των παλιών στρατιωτών που κάθε χρόνο θυμούνται τους χαμένους συντρόφους τους, η Βέρμαχτ και - μέσω αυτής - τα περιβόητα Βάφεν Ες Ες επρόκειτο έτσι πολύ σύντομα να αποκτήσουν μια απρόβλεπτη νομιμοποίηση, το πιο ανέλπιστο δώρο για τους νοσταλγούς του ναζισμού».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 6
Kurt Waldhaim, αυστριακός διπλωμάτης και πολιτικός, τέταρτος Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ (1972-1986) και ομοσπονδιακός πρόεδρος της Αυστρίας (1986-1992). Η υποψηφιότητά του και τελικά η εκλογή του ως προέδρου της Αυστρίας το 1986 προκάλεσαν αντιδράσεις, καθώς διατυπώθηκαν καταγγελίες εναντίον του για συμμετοχή σε ναζιστικές οργανώσεις και για τη δραστηριότητά του στα Βαλκάνια ως αξιωματικού της Βέρμαχτ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ τον συμπεριέλαβε στη λίστα των 'ανεπιθύμητων προσώπων', γεγονός που αναζωπύρωσε τα αισθήματα αντισημιτισμού και ξενοφοβίας μεταξύ των αυστριακών. Μια έρευνα σε διεθνές επίπεδο το 1988 τον απάλλαξε από την κατηγορία της προσωπικής ανάμειξης, αν και έκρινε ότι ήταν ενήμερος για τις θηριωδίες των ναζί στα Βαλκάνια. Το 1992 ο Βαλντχάιμ αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική και τον διαδέχτηκε ο Τόμας Κλέστιλ.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 7
Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με την έκρυθμη πολιτική κατάσταση στη μεταπολεμική Γερμανία, το κίνημα διαμαρτυρίας που το στήριξαν φοιτητές, διανοούμενοι και καλλιτέχνες, και την προσωπική εμπλοκή του Μπέρνχαρντ και του συνεργάτη του Πάιμαν, βλέπε Gitta Honegger, "Playing Against: An Austrian Maverick in the German Theater of Guilt" στη βιογραφία της Thomas Bernhard: ThemakingofanAustrian, Yale University Press, 2001.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 8
Τα αποσπάσματα από το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ, Πριν την αποχώρηση, είναι σε μετάφραση Βασίλη Πουλαντζά (Πρόγραμμα της παράστασης 'Πριν την αποχώρηση', Θεατρική Εταιρεία Πράξη, Αθήνα,1999).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 9
Heinrich Himmler (1900-1945), γερμανός εθνικοσοσιαλιστής πολιτικός, αρχηγός της αστυνομίας και στρατιωτικός διοικητής, ο δεύτερος σε ισχύ άντρας του Γ΄ Ράιχ. Στο Ναζιστικό Κόμμα εντάχθηκε το 1925. Σύντομα έγινε αρχηγός των Ες Ες, των οποίων τη δύναμη ενίσχυσε με κάθε τρόπο. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (1933), ο Χίμλερ τέθηκε επικεφαλής της αστυνομίας του Μονάχου και ίδρυσε το Νταχάου, το πρώτο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Το 1934 έγινε υπαρχηγός της Γκεστάπο (μυστικής κρατικής αστυνομίας) στην Πρωσία και το 1936 γενικός διευθυντής όλων των αστυνομικών δυνάμεων του Γ΄ Ράιχ. Μετασχημάτισε τα Ες Ες στο ισχυρότερο ένοπλο σώμα της Γερμανίας, μετά τις ένοπλες δυνάμεις. Η δικαιοδοσία των Ες Ες επεκτάθηκε και σε θέματα ασφαλείας, συλλογής στρατιωτικών πληροφοριών και κατασκοπίας. Όταν ο Χίτλερ αποφάσισε να εξοντώσει τους Εβραίους το 1941, ο Χίμλερ οργάνωσε τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Ανατολική Ευρώπη: ήταν ο κύριος αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος. Το '43 έγινε υπουργός Εξωτερικών και απέκτησε τον έλεγχο του κατασκοπευτικού δικτύου. Προς το τέλος του πολέμου, όταν ο Χίτλερ πληροφορήθηκε ότι ο Χίμλερ έλπιζε να τον διαδεχθεί και ότι είχε διαπραγματευθεί με τον σουηδό κόμη Μπερναντότε την παράδοση της Γερμανίας στους συμμάχους αλλά και με τους δυτικούς τη συνέχιση του πολέμου εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, διέταξε τη σύλληψή του. Μεταμφιεσμένος σε στρατιώτη, προσπάθησε να δραπετεύσει. Συνελήφθη από τους συμμάχους και αυτοκτόνησε με δηλητήριο.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 10
Για να μη μιλήσουμε για πιο πρόσφατα σε μας γεγονότα, για τις εκλογές του 1999 στην Αυστρία, όπου το Κόμμα της Ελευθερίας του νεοφασίστα Χάιντερ αναγορεύτηκε πανηγυρικά σε κόμμα της κυβέρνησης συνασπιζόμενο με το Λαϊκό Κόμμα (βλέπε υποσημείωση 3). Αυτό που μεταπολεμικά γινόταν υπόγεια και θαβόταν κάτω από τις ενοχές, σήμερα διατυμπανίζεται με απροκάλυπτο θράσος. (Άλλωστε, με το ίδιο θράσος, σήμερα, «δημοκρατικές» χώρες δεν διστάζουν να εξολοθρεύσουν ολόκληρους λαούς με το πρόσχημα του «εκδημοκρατισμού» των πολιτευμάτων τους και την υποτιθέμενη «πάταξη της διεθνούς τρομοκρατίας», συναγωνιζόμενες τις ναζιστικές θηριωδίες.) Στην Πλατεία Ηρώων ο Μπέρνχαρντ μας περιγράφει τη μοίρα μιας εβραϊκής οικογένειας στη μεταπολεμική Βιέννη του '80, που κουράστηκε να παίρνει το δρόμο του ξενιτεμού για να ξεφύγει από τον εφιάλτη της αναβίωσης του ναζισμού στην πατρίδα της. Το σύνδρομο καταδίωξης που τους εξωθεί στον αδιάκοπο ξεριζωμό, έχει οδηγήσει τα πιο ευαίσθητα μέλη της οικογένειας στην τρέλα (η σύζυγος του Γιόζεφ Σούστερ) ή στην αυτοκτονία (Καθηγητής Γιόζεφ Σούστερ). Επιστρέφοντας από την κηδεία του αυτόχειρα καθηγητή, οι κόρες του και ο αδελφός του κάθονται σ' ένα παγκάκι στο Φολκσγκάρτεν με φόντο το Μπουργκτεάτερ. Η μεγαλύτερη κόρη εξομολογείται στην αδελφή της: «Η Οξφόρδη είναι για μένα ένας εφιάλτης/ αλλά η Βιέννη είναι καθημερινά για μένα/ ένας μεγαλύτερος εφιάλτης/ δεν έχω πλέον λόγο ύπαρξης εδώ/ ξυπνάω και βρίσκομαι αντιμέτωπη με το φόβο/ τα πράγματα σήμερα είναι ακριβώς/ όπως ήταν το τριάντα οκτώ/ Σήμερα υπάρχουν περισσότεροι ναζί στη Βιέννη/ απ' ό,τι το τριάντα οκτώ/ [...]/ Δεν περιμένουν παρά μόνο το σινιάλο/ για να περάσουν ανοιχτά στη δράση/ εναντίον μας». Αργότερα ο θείος τους, ο καθηγητής Ρόμπερτ Σούστερ, ξεσπάει σ' ένα οργισμένο κατηγορητήριο: «Οι υποτιθέμενοι σοσιαλιστές είναι αυτοί/ που ξύπνησαν στην Αυστρία/ το σημερινό εθνικο-σοσιαλισμό/ οι υποτιθέμενοι σοσιαλιστές είναι αυτοί/ που κατέστησαν δυνατό/ αυτόν το νέο εθνικο-σοσιαλισμό/ όχι μόνο τον κατέστησαν εκ νέου/ δυνατό/ αλλά τον ξύπνησαν/ Αυτοί οι υποτιθέμενοι σοσιαλιστές που εδώ και/ μισό αιώνα/ δεν είναι πια σοσιαλιστές/ αλλά οι αληθινοί νεκροθάφτες της Αυστρίας/ [...]/ εδώ και πολύ καιρό στ' αυτιά μου η λέξη/ σοσιαλισμός/ ηχεί ως μια απωθητική βρισιά/ που μου προκαλεί εξίσου φόβο με τη λέξη εθνικο-/ σοσιαλισμός».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 11
Σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα σε (α) ψευδή συνείδηση νοούμενη ως διάχυτη κατάσταση του πνεύματος, ως αντιδιαλεκτική δομή της προσωπικότητας και (β) ιδεολογία νοούμενη ως θεωρητική αποκρυστάλλωση και εκλογίκευση, ως ψευδαίσθηση της διαλεκτικής, βλέπε Josef Gabel, Lafausseconscience, Editions de Minuit, Paris, 1962, σ.σ. 19-27 και 97-109. Έτσι, η ψευδής αντισημιτική ή ρατσιστική συνείδηση είναι αντιδιαλεκτική (αρνείται την ιστορία) και πραγμοποιεί (μετατρέπει σε πράγμα) τον αντίπαλο, με το να θεωρεί 'φυσικές', δηλαδή ανιστορικές και αμετάβλητες, ιδιαιτερότητες του αντιπάλου που έχουν ιστορική προέλευση (π.χ. τη δίψα των Εβραίων για χρήμα). Η ρατσιστική ιδεολογία κατασκευάζει πάνω σ' αυτή τη διαστρεβλωμένη σύλληψη του Άλλου μια ψευδο-ιστορία (ένα ψευδο-ορθολογικό Σύστημα εξήγησης του κόσμου) και αντί να εξηγήσει τον Εβραίο ιστορικά, ισχυρίζεται πως εξηγεί την Ιστορία μέσω του (αιώνιου και αμετάβλητου) Εβραίου (π.χ. ο Ρούντολφ λέει στο Πριν την αποχώρηση ότι ζούμε σ' ένα κόσμο καιροσκοπικό, υποκριτικό και παρηκμασμένο και γι' αυτό είναι υπεύθυνοι οι Εβραίοι κτλ.)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 12
Μαξ Χορκχάιμερ, Τέοντορ Αντόρνο, «Στοιχεία του αντισημιτισμού» στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1986, σ.σ. 194-5.
|