ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ

"Ήταν σα να άνοιξε μια άβυσσος... Αυτό δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Και δεν εννοώ απλώς τον αριθμό των θυμάτων. Εννοώ τη μέθοδο, την κατασκευή πτωμάτων... δε χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες... Έγινε κάτι με το οποίο δε μπορούμε να συμφιλιωθούμε. Κανένας μας δε θα μπορέσει ποτέ."

Hanna Arendt

"To ουσιαστικό πρόβλημα είναι: μπορούμε να μιλάμε για μια απόλυτη εντολή μετά το ¶ουσβιτς; Mπορούμε να μιλάμε για ηθική μετά από την αποτυχία της ηθικής;  ...Στο ¶ουσβιτς ο Θεός άφησε τους Ναζί να κάνουν αυτό που ήθελαν. Αυτό σημαίνει είτε πως δεν υπάρχει λόγος για την υιοθέτηση της ηθικής στάσης και κατά συνέπεια  ο καθένας θα έπρεπε να πράττει σαν τους Ναζί, ή ο ηθικός νόμος διατηρεί την ισχύ του. Αυτή η επιλογή αποτελεί τη στιγμή της ελευθερίας."

Emmanuel Levinas

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τη φιλοσοφική και τη θεολογική σκέψη από την εποχή του Ιώβ είναι αναμφίβολα το πρόβλημα της ύπαρξης του Κακού. Το Κακό θεματοποιείται συνήθως  ως «φυσικό» - πόνος και δυστυχία που προκαλούνται από φυσικές αιτίες  (π.χ. αρρώστια, φυσικές καταστροφές, θάνατος) και ως «ηθικό» -  πόνος και δυστυχία που προκαλούνται από τους ανθρώπους στους συνανθρώπους τους (π.χ. αδικία, σκληρότητα, φόνος). Και στις δυο περιπτώσεις επιδιώκεται η συμφιλίωσή μας με την πραγματικότητα της οδύνης μέσα από τη βαθύτερη κατανόηση των διαφόρων μορφών δοκιμασίας στις οποίες  υποβαλλόμαστε από τη φύση, αλλά και από τις ίδιες μας τις πράξεις. Η θεολογική εκδοχή του προβλήματος συνίσταται κυρίως στην προσπάθεια συμβιβασμού της διαρκούς παρουσίας του Κακού στον κόσμο, και μάλιστα ενός φοβερού και ανυπόφορου Κακού, με την ύπαρξη ενός Θεού, Παντογνώστη, Παντοδύναμου και Πανάγαθου.  Με τον όρο «θεοδικία» περιγράφονται τα θεωρητικά εγχειρήματα  δικαιολόγησης της στάσης του Θεού απέναντι στο Κακό. Γιατί το Κακό, τουλάχιστον στις μορφές και στις διαστάσεις που εμφανίζεται, θα μπορούσε, αν όχι να αποτραπεί τελείως, να αντιμετωπιστεί έτσι ώστε να μην προκαλεί την έντονη αίσθηση του αδικαίωτου και να μην απειλεί την ίδια τη δυνατότητα νοηματοδότησης της ζωής μας. Όσον αφορά το ηθικό Κακό, η συνηθισμένη απάντηση των θεολόγων είναι πως ο Θεός δε θα μπορούσε να παρέμβει γιατί σέβεται απόλυτα την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων,  ακόμη κι όταν προβαίνουν σε ολέθριες επιλογές.

Οι διαστάσεις όμως που προσλαμβάνει το ηθικό Κακό κατά τον εικοστό αιώνα, σε μια εποχή μετά την έκλειψη της θρησκευτικής πίστης, μας οδηγούν σε μια βαθύτερη και πιο απαισιόδοξη  θεώρηση του προβλήματος, το οποίο ίσως θα έπρεπε να περιγραφεί ορθότερα σαν ένα αίνιγμα, ή  μυστήριο, μεταφυσικού χαρακτήρα.   Νιώθουμε ότι δε μπορούμε πια, όχι απλώς να δικαιολογήσουμε κατά κανένα τρόπο, αλλά ούτε καν να εξηγήσουμε ικανοποιητικά και να καταλάβουμε  τις νέες εκφάνσεις του. Ιδιαίτερα η τρομακτική εμπειρία των ναζιστικών στρατοπέδων, που περι-γράφεται - όσο βέβαια μπορεί να περιγραφεί η συγκεκριμένη μορφή της φρίκης - στα κείμενα όσων την έζησαν και επιβίωσαν, όπως ο Πρίμο Λέβι και ο Ελί Βιζέλ, δε δείχνει μονάχα μέχρι πού μπορεί να φτάσει η  πρακτική της γενοκτονίας, αλλά και πώς μπορεί να αποφασιστεί και να επιχειρηθεί εν ψυχρώ η εξάλειψη μιάς ολόκληρης φυλής, ως «μιάσματος» για το ανθρώπινο είδος. Και παρόλο που έχει σωστά παρατηρηθεί ότι το Ολοκαύτωμα των Εβραίων δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε άλλες προσπάθειες εξόντωσης ολόκληρων λαών, όπως για παράδειγμα των Αρμενίων, ή και την παραδοσιακή αντιμετώπιση των ιθαγενών της Αφρικής και της Αυστραλίας ως υπανθρώπων, θα ήταν λάθος και  να υποτιμηθεί  η μοναδικότητα της φυλετικής ιδεολογίας και της συμπεριφοράς των Ναζί. Αυτό που επιχειρούν να κατανοήσουν ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και φιλόσοφοι, είναι το πώς ένας ολόκληρος λαός μπόρεσε να κυριαρχηθεί, όχι τόσο από κάποιο είδος υστερίας απέναντι σε μια ενδεχόμενη εχθρική απειλή, ή έστω από το πάθος του μίσους απέναντι σε μια άλλη εθνότητα ή θρησκεία, ή ένα ξένο πολιτισμό, αλλά από  μια ρατσιστική αντίληψη που ξεπερνούσε κάθε παλαιότερη μορφή αντισημιτισμού. Η συγκεκριμένη αντίληψη ενέπνευσε στον λαό αυτό, τον φημισμένο μάλιστα για τα πνευματικά του επιτεύγματα, μια πρωτοφανή πολιτική  γενοκτονίας, μέσα και έξω από τη χώρα του - η οποία  θα επεκτεινόταν και σε άλλες  λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές ομάδες του πληθυσμού, όπως οι Τσιγγάνοι και οι ομοφυλόφιλοι, που θεωρούνταν για διαφορετικούς λόγους «κατώτερα» ανθρώπινα όντα.

Εκείνο που επισημαίνεται από φιλοσόφους όπως η ¶ννα ¶ρεντ, η οποία μελέτησε την απολογία και τη  στάση του ¶ντολφ ¶ιχμαν(ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1) κατά τη δίκη του στην Ιερουσαλήμ, είναι πως το Κακό δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από διαβολικά κίνητρα, από κάποια κρυφή πηγή μοχθηρίας, ή σαδιστικών ενστίκτων, αλλά μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιάς απίστευτης ηθικής τυφλότητας ή αναισθησίας. Το κυριότερο γνώρισμα του ¶ιχμαν που τον οδηγεί στις τερατώδεις πράξεις του, είναι κατά την ¶ρεντ,  η απίστευτη  «ρηχότητά» του,  η «αυθεντική ανικανότητα  σκέψης».  Αυτή η ανικανότητα σκέψης καθιστά δυνατή την αδιανόητη - για τους περισσότερους από μας - διαστροφική υιοθέτηση μιας ακραίας ρατσιστικής ιδεολογίας, η οποία υπαγορεύει τον σχεδιασμό αποτελεσματικών τεχνικών για την καλύτερη δυνατή «τελική λύση» του «προβλήματος» της υποτιθέμενης φυλετικής μόλυνσης. Το χειρότερο ίσως είναι πως μπορεί να χαρακτηρίζει ανθρώπους που κατά τα άλλα συμπεριφέρονται φυσιολογικά. Τέτοιοι άνθρωποι, όπως και ο ¶ιχμαν, μπορεί  όχι μόνο να μη διαθέτουν την αποκλίνουσα ψυχολογία ενός βασανιστή, αλλά να είναι στοργικοί οικογενειάρχες, καλλιεργημένοι φιλότεχνοι που αγαπούν τον Μπαχ, να είναι συνεπείς και ειλικρινείς, να δείχνουν ακόμη και συμπαθείς στις προσωπικές τους σχέσεις. Έτσι,  πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν μιλάμε για «ριζικό» Κακό - όταν προσπαθούμε να εντοπίσουμε ένα εσωτερικό, εγγενές και μη εξαλείψιμο ελάττωμα της ανθρώπινης φύσης, που της επιτρέπει να παρασύρεται στις χειρότερες ηθικές παρεκτροπές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ριζική αυτή παθολογία  δεν αποκλείεται να συνυπάρχει με την πιο οικεία καθημερινότητα και να μη διαταράσσουν την ομαλή ζωή ενός ευσυνείδητου γραφειοκράτη, - όπως φαίνεται πως ήταν ο ¶ιχμαν. Ίσως μάλιστα ο μέσος άνθρωπος να θεωρεί ότι πράττει δίκαια και σύμφωνα με τον ηθικό νόμο και να συμμορφώνεται με τις εντολές της εξουσίας, όχι γιατί θα κινδύνευε και ο ίδιος αν αρνιόταν την εκτέλεσή τους, αλλά γιατί έχει δυστυχώς πιστέψει πραγματικά στην ορθότητά τους. Γι' αυτό δεν θα δυσκολευόταν διόλου να προσυπογράψει την υπεροπτική διαπίστωση του πατέρα των τριών πρωταγωνιστών του έργου Πριν την αποχώρηση του Τόμας Μπέρνχαρντ, πως «το τραγικό είναι ότι η ανθρωπότης παρόλο που έχει επίγνωση του καλού επιλέγει πάντα λάθος δρόμο...». Και με μια αντιστροφή και πλήρη διαστρέβλωση των ηθικών αξιών δε θα δίσταζε να απορρίψει κάθε δημοκρατική αρχή και να ενστερνισθεί την ανάγκη  επιβολής της φυλετικής υγείας, της εξάλειψης των εβραϊκών μιασμάτων. 

Αυτή νομίζω η πλευρά του Κακού - του ηθικού Κακού με τις φοβερές του συνέπειες - είναι και η όψη με την οποία μας είναι και περισσότερο δύσκολο να συμφιλιωθούμε. Αυτήν καταλαβαίνουμε λιγότερο, και μας φαίνεται πως δεν μπορούμε να ξορκίσουμε, να θεραπεύσουμε, και τελικά να προλάβουμε. Ίσως μάλιστα αυτή η πλευρά να βαραίνει περισσότερο στο αίσθημα συλλογικής ενοχής της γερμανικής κοινωνίας  μέσα από την οποία ξεπήγασε το ναζιστικό φαινόμενο. Και δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι συγγραφείς  και κινηματογραφιστές - ο Γκρας, ο Σλινκ, ο Φασμπίντερ, και φυσικά ο Μπέρνχαρντ - που σε τελευταία ανάλυση βασανίζονται από το βίωμα του αδικαίωτου και του ανεξήγητου, και συχνά και από τις τύψεις για τον εφησυχασμό των συμπολιτών τους και την ματαίωση κάθε απόπειρας  αποτελεσματικής κάθαρσης, δραματοποιούν στα έργα τους περιπτώσεις όπου το διαστροφικό και το ανυπόφορο είναι η άλλη όψη του συνηθισμένου, του κανονικού και του αποδεκτού. Η επιφανειακή ομαλότητα της καθημερινής ζωής στην μεταπολεμική Γερμανία και Αυστρία αποτελεί και το πέπλο συγκάλυψης των  χειρότερων δυνατών υπερβάσεων, το φάρμακο της λήθης των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων. Οι κοινωνίες των χωρών αυτών δεν ήταν σε θέση να επιχειρήσουν μια κάθαρση και αυτοθεραπεία σε βάθος, όχι τόσο για να εξυπηρετηθούν κάποια ανομολόγητα, ιδιοτελή συμφέροντα των ισχυρών κρατούντων, αλλά γιατί οι πολίτες τους και οι λειτουργοί των θεσμών τους δεν άντεχαν να κοιταχτούν καταπρόσωπο και αδυνατούσαν να εξηγήσουν την ευκολία με την οποία οι εκ πρώτης όψεως ακίνδυνες  αδυναμίες τους μπόρεσαν  να κυοφορήσουν τη φρίκη.

Σε μια εποχή που ανατρέπεται κάθε προσπάθεια διασφάλισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και αποδεικνύεται ουτοπία η επιδίωξη της παγκόσμιας ειρήνης στον πλανήτη, το ¶ουσβιτς διαδέχονται η Καμπότζη, η Ρουάντα, η Βοσνία. Στις μέρες μας, μετά τους πολιτικούς ολοκληρωτισμούς και την επισφαλή ισορροπία του ψυχρού πολέμου, φαίνεται να φουντώνει η αυτοκτονική αντιπαράθεση των εθνικιστικών και θρησκευτικών φονταμενταλισμών. Εκείνο που δεν επιτρέπεται να αγνοούμε, απολαμβάνοντας αυτάρεσκα την ομαλότητα που μας παρέχουν οι ευνομούμενες δημοκρατικές μας πολιτείες, είναι πως κάτω από τον μανδύα μιάς ευυπόληπτης, φυσιολογικής και καθησυχαστικής καθημερινότητας δεν αποκλείεται, όχι μόνο να κρύβεται το ανομολόγητο φορτίο ενός ένοχου παρελθόντος, αλλά και να ελλοχεύει το ενδεχόμενο της ηθικής τυφλότητας, που μπορεί να οδηγήσει σε  ένα απρόβλεπτα τρομακτικό μέλλον. Όσο το Κακό δε μπορεί να εξαλειφθεί με κάποιο υπερφυσικό ή φυσικό τρόπο, είμαστε υποχρεωμένοι να παραμένουμε σε διαρκή εγρήγορση για να αναγνωρίσουμε τα σπέρματά του στην ιδεολογία, στις αστοχίες του νου και στα ελαττώματα του χαρακτήρα μας. Εκείνο το οποίο δεν θα 'πρεπε σε καμιά περίπτωση να κάνουμε είναι να παραιτηθούμε από την ευθύνη μας και να αφήσουμε να ατονήσει  η ηθική μας ευαισθησία.  

Η ¶ρεντ, που ήθελε να απομυθοποιήσει τη δαιμονική διάσταση του ηθικού Κακού, προβληματιζόταν ακριβώς για τη δυνατότητα καλλιέργειας μιάς αίσθησης καθολικής ευθύνης. Χάρη σ' αυτήν την αίσθηση, «οι άνθρωποι θα νιώθουν υπεύθυνοι για όλα τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί, έτσι ώστε κανένας λαός δε θα επιβαρύνεται με το μονοπώλιο της ενοχής, και κανένας λαός δε θα θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο· ο καλός πολίτης δε θα αποστρέφει με φρίκη το βλέμμα του από τα γερμανικά εγκλήματα αναφωνώντας, 'Ευχαριστώ Θεέ μου, που δεν είμαι κι εγώ τέτοιος', αλλά με φόβο και τρόμο θα αναγνωρίζει το ανυπολόγιστο Κακό για το οποίο είναι ικανή η ανθρωπότητα και θα είναι παντού έτοιμος να αγωνιστεί  ασυμβίβαστα για να το αντιμετωπίσει.(ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adams, R.M., Adams, M.M. (eds.), The Problem of Evil, Oxford: Oxford University Press, 1990.
Arendt, H.,    Τhe Origins of Totalitarianism, New York: Harcourt Brace and Jovanovich, 1951 [Το 3ο μέρος με τίτλο To Oλοκληρωτικόσύστημα, ελλ. μτφρ. Γ.Λάμψα, Αθήνα: Εκδόσεις Ευρύαλος, 1988].
Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil,  2nd ed. New York: Viking Press, 1965 [Ο ¶ιχμαν στην Ιερουσαλήμ: H κoινοτυπία του κακού, ελλ. μτφρ. Α. Μέντζα, Αθήνα: Εκδόσεις Θύρσος, 1995].
"Εichmann in Jerusalem: An Exchange of Letters between Gershom Scholem and Hannah Arendt", Encounter 22 (January 1964): 51-56.
Essays in Understanding, 1930-1954,  New York: Harcourt, Brace and Jovanovich, 1994.
Bernstein, R., Radical Evil: A Philosophical Interrogation,  Oxford: Polity Press, 2002.
Card, C.,  The Atrocity Paradigm: A Theory of Evil, Oxford: Oxford University Press, 2002.
Glover, J., Humanity: A Moral History of the Twentieth Century, London: Pimlico, Random House, 2001.
Knopp, G., Die SS: Eine Warnung der Geschichte, Munchen: Goldmann Verlag, 2003.
Lara, M.P. (ed.), Rethinking Evil, Berkeley and Los Angeles: University of California Press, 2001.
Levinas, E., "Useless Suffering", in R.Bernasconi, D.Wood (eds.), The Provocation of Levinas, London and New York: Routledge, 1988, 156-167.
"The Paradox of Morality" (an interview by T.Wright, P.Hughes, A.Ainley), in R.Bernasconi, D.Wood, The Provocation of Levinas, London and New York, 1988, 168-180.
Morrow, L., Evil: An Investigation, New York: Basic Books, 2003.
Neiman, S., Evil in Modern Thought, An Alternative History of Philosophy, Princeton: Princeton University Press, 2002.
Staub, E., The Psychology of Good and Evil, Cambridge: Cambridge University Press, 2003.

Στέλιος Βιρβιδάκης,

Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,

Μάρτιος 2004

Επιστροφή


ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1

Adolf Eichmann (1906-1962). Γερμανός εγκληματίας πολέμου. Το 1932 έγινε μέλος του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και από το 1938 ανέλαβε τη διεύθυνση των εβραϊκών υποθέσεων στην Αυστρία. Ως ανώτατος αξιωματικός κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ευθύνεται για την εκτόπιση και θανάτωση εκατομμυρίων Εβραίων. Μετά την ήττα της Γερμανίας τον συνέλαβαν οι Αμερικάνοι αλλά μετά από δεκαοκτώ μήνες κατάφερε να δραπετεύσει από τις φυλακές και εργάστηκε ως δασοφύλακας στη Βόρεια Γερμανία. Στη συνέχεια κατέφυγε στην Αργεντινή όπου τον ανακάλυψαν Ισραηλινοί πράκτορες και τον μετέφεραν στο Ισραήλ το 1960. Η δίκη του έγινε στην Ιερουσαλήμ και διήρκεσε ένα χρόνο. Καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2

Ηannah Arendt, Essays in Understanding,  1930-1954, New York: Harcourt, Brace and Co, 1994, 32.